1666 αποτελέσματα για «大»
大建築 だいけんちく
ουσιαστικό
- 01 επιβλητικό οικοδόμημα, μνημειώδης αρχιτεκτονική, τεράστιο κτίριο
大円 だいえん
ουσιαστικό
- 01 μεγάλος κύκλος
- 02 μέγιστος κύκλος (σφαίρας)
大型機 おおがたき
ουσιαστικό
- 01 μεγάλο επιβατικό αεροσκάφος, τζάμπο τζετ
大型新人 おおがたしんじん
ουσιαστικό
- 01 ελπιδοφόρος νέος καλλιτέχνης, πολλά υποσχόμενο νέο ταλέντο
大乗仏教 だいじょうぶっきょう
ουσιαστικό
- 01 μαχαγιάνα βουδισμός
大姉 だいし
ουσιαστικό
- 01 αδελφή (δηλαδή μοναχή, μερικές φορές χρησιμοποιείται ως μεταθανάτιο επίθημα)
大姉 おおあね
ουσιαστικό
- 01 μεγαλύτερη αδελφή
大妖 たいよう
ουσιαστικό
- 01 μεγάλος δαίμονας, γιγαντιαίο φάντασμα
大ジョッキ だいジョッキ
ουσιαστικό
- 01 μεγάλο ποτήρι μπύρας
大衆性 たいしゅうせい
ουσιαστικό
- 01 δημοφιλία, λαϊκότητα
大逆罪 たいぎゃくざい
ουσιαστικό
- 01 εσχάτη προδοσία (το αδίκημα της εσχάτης προδοσίας)
大トカゲ おおトカゲ
ουσιαστικό
- 01 σαύρα της οικογένειας Βαρανίδες (monitor lizard)
大鹿 おおじか
ουσιαστικό
- 01 μεγάλο ελάφι
- 02 άλκη, ελαφόβουαλος
大駒 おおごま
ουσιαστικό
- 01 μεγάλο πιόνι, ισχυρό πιόνι
大器晩成 たいきばんせい
άλλο
- 01 μεγάλο ταλέντο που ωριμάζει αργά
大乱戦 だいらんせん
ουσιαστικό
- 01 γενική σύρραξη, χαοτική μάχη
大覚 だいかく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 μεγάλη αφύπνιση, μεγάλη φώτιση
- 02 πρόσωπο με μεγάλη αφύπνιση
- 03 κατανόηση, αντίληψη
大前 おおまえ
ουσιαστικό
- 01 παρουσία (θεότητας, αυτοκράτορα κ.λπ.)
大方針 だいほうしん
ουσιαστικό
- 01 γενική πολιτική, βασική κατευθυντήρια γραμμή
- 02 υπέρτατη αρχή, θεμελιώδης κανόνας
大変化 だいへんか
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 σημαντική αλλαγή, μεγάλη μεταμόρφωση