883 αποτελέσματα για «不»
不語 ふご
ουσιαστικό
- 01 σιωπή
不均質 ふきんしつ
ουσιαστικό
- 01 ανομοιόμορφος, ανισομερής
- 02 ετερογενής
不活動 ふかつどう
ουσιαστικό
- 01 αδράνεια, λήθαργος
不和反目 ふわはんもく
ουσιαστικό
- 01 διχόνοια και εχθρότητα, βεντέτα
不退去罪 ふたいきょざい
ουσιαστικό
- 01 παράνομη παραμονή, καταπάτηση ακινήτου και άρνηση αποχώρησης
不当労働行為 ふとうろうどうこうい
ουσιαστικό
- 01 αθέμιτη εργασιακή πρακτική
不乾性油 ふかんせいゆ
ουσιαστικό
- 01 μη στερεοποιούμενο έλαιο
不欄 ふらん
ουσιαστικό
- 01 διάστημα χωρίς κολώνες
不買同盟 ふばいどうめい
ουσιαστικό
- 01 μποϊκοτάζ, απεργία αγοραστών
不在連絡票 ふざいれんらくひょう
ουσιαστικό
- 01 ειδοποίηση αποτυχημένης παράδοσης, ειδοποίηση για μη παραδοθέν αντικείμενο
不受理申出 ふじゅりもうしで
ουσιαστικό
- 01 συμφωνία που χρησιμοποιείται στην Ιαπωνία για την αποτροπή μελλοντικού μη εξουσιοδοτημένου ή εικονικού διαζυγίου από ζευγάρια
不揮発性メモリー ふきはつせいメモリー
ουσιαστικό
- 01 μη πτητική μνήμη
不飲酒戒 ふおんじゅかい
ουσιαστικό
- 01 βουδιστική εντολή που απαγορεύει την κατανάλωση αλκοόλ
不凍タンパク質 ふとうタンパクしつ
ουσιαστικό
- 01 αντιψυκτική πρωτεΐνη
不銹鋼 ふしゅうこう
ουσιαστικό
- 01 ανοξείδωτος χάλυβας
不飽和結合 ふほうわけつごう
ουσιαστικό
- 01 ακόρεστος δεσμός
不錆鋼 ふせいこう
ουσιαστικό
- 01 ανοξείδωτος χάλυβας
不正会計処理 ふせいかいけいしょり
ουσιαστικό
- 01 παράνομη λογιστική καταχώριση, αθέμιτη λογιστική πρακτική
不法入居者 ふほうにゅうきょしゃ
ουσιαστικό
- 01 παράνομος ένοικος (π.χ. σε σπίτι, διαμέρισμα, κ.λπ.), καταπατητής
不定冠詞 ふていかんし
ουσιαστικό
- 01 αόριστο άρθρο