838 αποτελέσματα για «人»
人倫道徳 じんりんどうとく
ουσιαστικό
- 01 ηθική και δεοντολογία
人痘種痘法 じんとうしゅとうほう
ουσιαστικό
- 01 ευλογιοποίηση (ιατρική μέθοδος πρόληψης της ευλογιάς)
人並みはずれた ひとなみはずれた
άλλο
- 01 ασυνήθιστος, εξαιρετικός (σε σχέση με ανθρώπινα χαρακτηριστικά)
人籟 じんらい
ουσιαστικό
- 01 ήχος πνευστού μουσικού οργάνου
人パピローマウイルス ヒトパピローマウイルス
ουσιαστικό
- 01 ανθρώπινος ιός των θηλωμάτων, HPV
人虱 ひとじらみ
ουσιαστικό
- 01 Pediculus humanus (είδος ψείρας που προσβάλλει τον άνθρωπο), ψείρα του σώματος, ψείρες του σώματος, ψείρα της κεφαλής, ψείρες της κεφαλής
人クローン ひとクローン
ουσιαστικό
- 01 ανθρώπινος κλώνος
人木石に非ず ひとぼくせきにあらず
άλλο
- 01 ο άνθρωπος δεν είναι από πέτρα, ο άνθρωπος είναι φτιαγμένος από σάρκα και οστά
人参エキス にんじんエキス
ουσιαστικό
- 01 εκχύλισμα τζίνσενγκ (χρησιμοποιείται ως τονωτικό)
人生の真っ盛り じんせいのまっさかり
άλλο
- 01 ακμή της ζωής, η καλύτερη περίοδος της ζωής
人員縮少 じんいんしゅくしょう
ουσιαστικό
- 01 περικοπή προσωπικού
人員淘汰 じんいんとうた
ουσιαστικό
- 01 μείωση προσωπικού
人形回し にんぎょうまわし
ουσιαστικό
- 01 κουκλοπαίκτης
人工ニューラルネットワーク じんこうニューラルネットワーク
ουσιαστικό
- 01 τεχνητό νευρωνικό δίκτυο
人工栄養児 じんこうえいようじ
ουσιαστικό
- 01 παιδί που τρέφεται με μπιμπερό
人工気胸療法 じんこうききょうりょうほう
ουσιαστικό
- 01 τεχνητή αναπνοή
人工港 じんこうこう
ουσιαστικό
- 01 τεχνητό λιμάνι
人工受胎 じんこうじゅたい
ουσιαστικό
- 01 τεχνητή γονιμοποίηση
人工真珠 じんこうしんじゅ
ουσιαστικό
- 01 τεχνητό μαργαριτάρι
人工避妊法 じんこうひにんほう
ουσιαστικό
- 01 αντισύλληψη