1588 αποτελέσματα για «一»
一字一字 いちじいちじ
ουσιαστικό
- 01 γράμμα προς γράμμα, χαρακτήρα προς χαρακτήρα
一対多 いちたいた
ουσιαστικό
- 01 ένα προς πολλά
一意 いちい
ουσιαστικό, επίρρημα, επίθετο
- 01 μία έννοια, μία σκέψη
- 02 ολοψύχως, με προσήλωση, αφοσιωμένα
- 03 μοναδικός
一木 いちぼく
ουσιαστικό
- 01 ένα δέντρο
一俵 いっぴょう
ουσιαστικό
- 01 ένα σάκος (από άχυρο)
一夕 いっせき
ουσιαστικό, επίρρημα
- 01 ένα βράδυ, κάποια βράδια
一汗 ひとあせ
ουσιαστικό
- 01 διεκπεραίωση μιας εργασίας, ίππευση αλόγου μέχρι να ιδρώσει
一にも二にも いちにもににも
άλλο
- 01 πάνω από όλα
一つ覚え ひとつおぼえ
ουσιαστικό
- 01 γνωρίζω μόνο ένα πράγμα (και το επαναλαμβάνω συχνά), λέω το μόνο πράγμα που ξέρω (σε κάθε ευκαιρία), επαναλαμβάνω το μόνο πράγμα που ξέρω
一卵性 いちらんせい
ουσιαστικό
- 01 μονοζυγωτικός (για δίδυμα), ομοζυγωτικός
一項 いっこう
ουσιαστικό
- 01 στοιχείο
一日置き いちにちおき
ουσιαστικό, επίρρημα
- 01 κάθε δεύτερη μέρα
一極集中 いっきょくしゅうちゅう
ουσιαστικό
- 01 υπερσυγκέντρωση (ιδίως πληθυσμού, πολιτιστικών και πολιτικών θεσμών κ.λπ. στο Τόκιο), έντονη συγκέντρωση
一等兵 いっとうへい
ουσιαστικό
- 01 στρατιώτης πρώτης τάξης
一本立ち いっぽんだち
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ανεξαρτησία
一人寝 ひとりね
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ύπνος μόνος
一本杉 いっぽんすぎ
ουσιαστικό
- 01 μοναχικό ιαπωνικό κέδρο
一面識 いちめんしき
ουσιαστικό
- 01 απλή γνωριμία
一溜まりもない ひとたまりもない
άλλο, επίθετο
- 01 αδύναμος να προβάλει οποιαδήποτε αντίσταση, ανίκανος να πολεμήσει, χωρίς καμία πιθανότητα επιτυχίας (απέναντι σε κάποιον ή κάτι)
一点もの いってんもの
ουσιαστικό
- 01 μοναδικό αντικείμενο