941 αποτελέσματα για «無»
無い乳 ないちち
ουσιαστικό
- 01 πολύ μικρό στήθος
無ければ なければ
άλλο
- 01 αν δεν υπάρχει, αν δεν υπάρχει κάποιο, αν δεν έχω
- 02 αν όχι, εκτός αν
- 03 πρέπει να
無くしては なくしては
σύνδεσμος
- 01 στην περίπτωση που δεν υπήρχε (ή δεν υπάρχει), χωρίς
無くては なくては
άλλο
- 01 χωρίς, εκτός αν
- 02 πρέπει να κάνω
無きゃいけない なきゃいけない
άλλο
- 01 απαραίτητος, αναγκαίος
- 02 πρέπει να κάνω
無手と むずと
επίρρημα
- 01 δυνατά, βίαια, με όλη τη δύναμη κάποιου
無くてはいけない なくてはいけない
άλλο
- 01 απαραίτητος, αναγκαίος, αναντικατάστατος
- 02 πρέπει να κάνω
無きゃならない なきゃならない
άλλο
- 01 είμαι απαραίτητος, αναγκαίος
- 02 οφείλω να κάνω, πρέπει να κάνω
無かろう なかろう
άλλο
- 01 μάλλον δεν είναι έτσι
無理くり むりくり
επίρρημα
- 01 με το ζόρι, αναγκαστικά, παρά τη θέληση κάποιου
無駄言 むだごと
ουσιαστικό
- 01 φλυαρία, άσκοπη κουβέντα
無駄花 むだばな
ουσιαστικό
- 01 άνθος που δεν καρποφορεί, άκαρπο άνθος
無理なく むりなく
επίρρημα
- 01 λογικά, άνετα, χωρίς δυσκολία, χωρίς να καταβάλλει κανείς προσπάθεια
無媒 むばい
ουσιαστικό
- 01 χωρίς προξενητή (για γάμο)
無形固定資産 むけいこていしさん
ουσιαστικό
- 01 άυλα πάγια περιουσιακά στοιχεία
無手順 むてじゅん
ουσιαστικό
- 01 μεταφορά δεδομένων ASCII με έλεγχο ροής XON-XOFF
無水物 むすいぶつ
ουσιαστικό
- 01 ανυδρίτης
無担保貸付 むたんぽかしつけ
ουσιαστικό
- 01 μη εξασφαλισμένο δάνειο
無反動銃 むはんどうじゅう
ουσιαστικό
- 01 αντιαρματικό όπλο χωρίς ανάκρουση
無人化工場 むじんかこうじょう
ουσιαστικό
- 01 πλήρως αυτοματοποιημένο εργοστάσιο