706 αποτελέσματα για «生»

生存戦略 せいぞんせんりゃく

ουσιαστικό

  1. 01 στρατηγική επιβίωσης
生理用ナプキン せいりようナプキン

ουσιαστικό

  1. 01 σερβιέτα, γυναικεία σερβιέτα
生写真 なまじゃしん

ουσιαστικό

  1. 01 πραγματική φωτογραφία (τυπωμένη σε φωτογραφικό χαρτί), πρωτότυπη φωτογραφία
生物資源学部 せいぶつしげんがくぶ

ουσιαστικό

  1. 01 τμήμα βιολογικών πόρων
生損保 せいそんぽ

ουσιαστικό

  1. 01 ασφάλεια ζωής και ασφάλεια κατά ζημιών
  2. 02 εταιρείες ασφάλειας ζωής και ασφάλειας κατά ζημιών
生態的地位 せいたいてきちい

ουσιαστικό

  1. 01 οικολογική θέση
生食用 せいしょくよう

ουσιαστικό

  1. 01 κατάλληλος για ωμή κατανάλωση (κρέατος, οστρακοειδών κ.λπ.)
生キャラメル なまキャラメル

ουσιαστικό

  1. 01 μαλακή καραμέλα, καραμέλα γάλακτος
生命発生 せいめいはっせい

ουσιαστικό

  1. 01 βιογένεση, δημιουργία της ζωής
生態環境 せいたいかんきょう

ουσιαστικό

  1. 01 οικολογία, οικολογικό περιβάλλον
生まれ月 うまれづき

ουσιαστικό

  1. 01 μήνας γέννησης
生体自己制御 せいたいじこせいぎょ

ουσιαστικό

  1. 01 βιοανάδραση
生活保護受給世帯 せいかつほごじゅきゅうせたい

ουσιαστικό

  1. 01 νοικοκυριό που λαμβάνει κοινωνικό επίδομα πρόνοιας, οικογένεια που εξαρτάται από κοινωνική πρόνοια
生活の質 せいかつのしつ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 ποιότητα ζωής
生活保護受給者 せいかつほごじゅきゅうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 δικαιούχος επιδόματος κοινωνικής πρόνοιας, λήπτης κοινωνικής βοήθειας
生繭 せいけん

ουσιαστικό

  1. 01 ακατέργαστο κουκούλι
生命存在指標 せいめいそんざいしひょう

ουσιαστικό

  1. 01 βιοϋπογραφή, δείκτης ύπαρξης ζωής
生活給 せいかつきゅう

ουσιαστικό

  1. 01 μισθός επιβίωσης, αποδοχές διαβίωσης
生活機能 せいかつきのう

ουσιαστικό

  1. 01 ζωτική λειτουργία
生徒指導室 せいとしどうしつ

ουσιαστικό

  1. 01 γραφείο καθοδήγησης μαθητών, αίθουσα συμβουλευτικής μαθητών