1019 αποτελέσματα για «自»

自由選挙 じゆうせんきょ

ουσιαστικό

  1. 01 ελεύθερη εκλογή, ελεύθερες εκλογές
自主廃業 じしゅはいぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 εθελούσια εκκαθάριση, οικειοθελής διακοπή λειτουργίας (επιχείρησης)
自民族中心主義 じみんぞくちゅうしんしゅぎ

ουσιαστικό

  1. 01 εθνοκεντρισμός
自宅安静 じたくあんせい

ουσιαστικό

  1. 01 ανάπαυση στο σπίτι
自家受精 じかじゅせい

ουσιαστικό

  1. 01 αυτογονιμοποίηση, αυτογαμία
自然景観 しぜんけいかん

ουσιαστικό

  1. 01 φυσικό τοπίο, φυσική θέα
自己血輸血 じこけつゆけつ

ουσιαστικό

  1. 01 αυτομετάγγιση (έγχυση του ίδιου του αίματος του ατόμου)
自動車修理工 じどうしゃしゅうりこう

ουσιαστικό

  1. 01 μηχανικός αυτοκινήτων, τεχνικός αυτοκινήτων
自動車登録番号標 じどうしゃとうろくばんごうひょう

ουσιαστικό

  1. 01 πινακίδα κυκλοφορίας για εγγεγραμμένα οχήματα (δηλαδή επιβατικά μικρού κυβισμού ή μεγαλύτερα)
自己愛性パーソナリティ障害 じこあいせいパーソナリティしょうがい

ουσιαστικό

  1. 01 ναρκισσιστική διαταραχή προσωπικότητας, ναρκισσιστική διαταραχή
自在に じざいに

επίρρημα

  1. 01 ελεύθερα, κατά βούληση, με ευκολία
自責的 じせきてき

επίθετο

  1. 01 αυτοκατηγορικός, που έχει την τάση να επιρρίπτει ευθύνες στον εαυτό του (αντί για τους άλλους)
自己愛性人格障害 じこあいせいじんかくしょうがい

ουσιαστικό

  1. 01 ναρκισσιστική διαταραχή προσωπικότητας, ναρκισσιστική διαταραχή προσωπικότητας
自社株購入権 じしゃかぶこうにゅうけん

ουσιαστικό

  1. 01 δικαίωμα προαίρεσης αγοράς μετοχών
自決権 じけつけん

ουσιαστικό

  1. 01 δικαίωμα αυτοδιάθεσης
自在戸 じざいど

ουσιαστικό

  1. 01 αιωρούμενη πόρτα, πόρτα αμφίδρομης κίνησης
自前主義 じまえしゅぎ

ουσιαστικό

  1. 01 αρχή της αυτοδυναμίας
自己移植 じこいしょく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αυτομεταμόσχευση
自我障害 じがしょうがい

ουσιαστικό

  1. 01 διαταραχή του εγώ, αναστάτωση του εγώ
自虐史観 じぎゃくしかん

ουσιαστικό

  1. 01 αυτομαστιγωτική ιστορική θεώρηση, οπτική αυτοπεριορισμού και αυτομεμψίμοιρης ιστορικής κρίσης