811 αποτελέσματα για «中»

中貨 ちゅうか

ουσιαστικό

  1. 01 μεσαίου μεγέθους φορτηγό
中世ラテン語 ちゅうせいラテンご

ουσιαστικό

  1. 01 μεσαιωνικά λατινικά
中越地震 ちゅうえつじしん

ουσιαστικό

  1. 01 σεισμός Τσουέτσου (νομαρχία Νιιγκάτα, 2004)
中バラ なかバラ

ουσιαστικό

  1. 01 σιμερίνι χωρίς κόκαλο
中小規模 ちゅうしょうきぼ

ουσιαστικό

  1. 01 μικρής και μεσαίας κλίμακας, μικρής ή μεσαίας κλίμακας
中ぶくれ なかぶくれ

ουσιαστικό

  1. 01 διογκωμένο σχήμα, σχηματισμός πλακιδίων στο μάτζονγκ που αποτελείται από ένα ολοκληρωμένο σετ και ένα επιπλέον πλακίδιο ενδιάμεσης βαθμίδας (π.χ. 3-4-4-5)
中薬 ちゅうやく

ουσιαστικό

  1. 01 παραδοσιακή κινεζική ιατρική
中華料理屋 ちゅうかりょうりや

ουσιαστικό

  1. 01 κινεζικό εστιατόριο
中箱 なかばこ

ουσιαστικό

  1. 01 εσωτερικό κουτί, εσωτερική θήκη
中層雲 ちゅうそううん

ουσιαστικό

  1. 01 μέσο νέφος, μεσαία σύννεφα
中世都市 ちゅうせいとし

ουσιαστικό

  1. 01 μεσαιωνική πόλη (στην Ευρώπη)
中間部 ちゅうかんぶ

ουσιαστικό

  1. 01 μεσαίο τμήμα (σε μια σύνθεση τριμερούς μορφής), τρίο
中毒性表皮壊死融解症 ちゅうどくせいひょうひえしゆうかいしょう

ουσιαστικό

  1. 01 τοξική επιδερμική νεκρόλυση, τοξική επιδερμική νεκρόλυση (TEN)
中選挙区 ちゅうせんきょく

ουσιαστικό

  1. 01 μικρή εκλογική περιφέρεια με πολλούς υποψηφίους
中国製 ちゅうごくせい

ουσιαστικό

  1. 01 κινεζικής κατασκευής, φτιαγμένο στην Κίνα
中華系 ちゅうかけい

ουσιαστικό

  1. 01 κινεζικής καταγωγής (γενεαλογία, προέλευση, εθνικότητα κ.λπ.), σινο-
中等症 ちゅうとうしょう

ουσιαστικό

  1. 01 μέτριας βαρύτητας νόσος
中央語 ちゅうおうご

ουσιαστικό

  1. 01 γλώσσα που χρησιμοποιείται στο πολιτικό και πολιτιστικό κέντρο μιας χώρας
中咽頭癌 ちゅういんとうがん

ουσιαστικό

  1. 01 καρκίνος του στοματοφάρυγγα
中吉 ちゅうきち

ουσιαστικό

  1. 01 μέτρια τύχη (στο ριζικό ή σε μαντικές πρακτικές)