1666 αποτελέσματα για «大»

大統領補佐官 だいとうりょうほさかん

ουσιαστικό

  1. 01 βοηθός του προέδρου
大本山 だいほんざん

ουσιαστικό

  1. 01 κεντρικός ναός βουδιστικής σχολής
大弱り おおよわり

ουσιαστικό

  1. 01 σε μεγάλη αμηχανία, εξαιρετικά προβληματισμένος
大慶 たいけい

ουσιαστικό

  1. 01 μεγάλη χαρά
大溝 おおどぶ

ουσιαστικό

  1. 01 μεγάλο χαντάκι
大黒天 だいこくてん

ουσιαστικό

  1. 01 Μαχακάλα (ενσάρκωση του Μαχεσβάρα)
  2. 02 Νταϊκοκουτέν, θεός του πλούτου
大演習 だいえんしゅう

ουσιαστικό

  1. 01 μεγάλης κλίμακας ελιγμοί, μεγάλης κλίμακας γυμνάσια, πολεμικά παίγνια
大不況 だいふきょう

ουσιαστικό

  1. 01 βαθιά οικονομική κρίση, σοβαρή οικονομική ύφεση
  2. 02 Μεγάλη Ύφεση (1873-1896)
  3. 03 Μεγάλη Ύφεση
  4. 04 Μεγάλη Ύφεση (2007-2009)
大学教育 だいがくきょういく

ουσιαστικό

  1. 01 πανεπιστημιακή εκπαίδευση, τριτοβάθμια εκπαίδευση
大手銀行 おおてぎんこう

ουσιαστικό

  1. 01 συστημική τράπεζα, μεγάλη τράπεζα
大統領候補 だいとうりょうこうほ

ουσιαστικό

  1. 01 υποψήφιος πρόεδρος
大福餅 だいふくもち

ουσιαστικό

  1. 01 γλυκό ρυζοπίταχο γεμιστό με πάστα γλυκών φασολιών
大トリ おおトリ

ουσιαστικό

  1. 01 τελευταίος ερμηνευτής, ο καλλιτέχνης που κλείνει το πρόγραμμα της ημέρας
大著 たいちょ

ουσιαστικό

  1. 01 ογκώδες σύγγραμμα, μεγάλος τόμος
  2. 02 σπουδαίο έργο, αριστούργημα, magnum opus
大嘗祭 だいじょうさい

ουσιαστικό

  1. 01 πρώτη τελετουργική προσφορά ρυζιού από τον νεοενθρονισμένο αυτοκράτορα
大領 だいりょう

ουσιαστικό

  1. 01 διοικητής επαρχίας (στο σύστημα ριτσουριό)
大領 おおくび

ουσιαστικό

  1. 01 τριγωνικό ύφασμα, μπροστινό κολάρο κιμονό
大商い おおあきない

ουσιαστικό

  1. 01 μεγάλος όγκος συναλλαγών
大外 おおそと

ουσιαστικό

  1. 01 πολύ έξω, μακριά προς τα έξω
大まかに言えば おおまかにいえば

άλλο

  1. 01 σε γενικές γραμμές, μιλώντας γενικά