941 αποτελέσματα για «無»
無人工場 むじんこうじょう
ουσιαστικό
- 01 αυτοματοποιημένο εργοστάσιο
無水酸 むすいさん
ουσιαστικό
- 01 ανυδρίτης οξέος
無札 むさつ
ουσιαστικό
- 01 μουσάτσου, χωρίς εισιτήριο (για επιβίβαση ή είσοδο)
無任所大臣 むにんしょだいじん
ουσιαστικό
- 01 υπουργός χωρίς χαρτοφυλάκιο, υπουργός χωρίς ανατεθειμένα καθήκοντα
無尽組合 むじんくみあい
ουσιαστικό
- 01 πιστωτικός συνεταιρισμός
無体資産 むたいしさん
ουσιαστικό
- 01 άυλο περιουσιακό στοιχείο
無体物 むたいぶつ
ουσιαστικό
- 01 άυλο πράγμα
無利息公債 むりそくこうさい
ουσιαστικό
- 01 άτοκο κρατικό ομόλογο
無利息証券 むりそくしょうけん
ουσιαστικό
- 01 χρεόγραφα χωρίς τόκο
無利息債務 むりそくさいむ
ουσιαστικό
- 01 άτοκο χρέος
無価値資産 むかちしさん
ουσιαστικό
- 01 ανενεργά στοιχεία ενεργητικού
無制限供給 むせいげんきょうきゅう
ουσιαστικό
- 01 απεριόριστη παροχή
無制限貿易 むせいげんぼうえき
ουσιαστικό
- 01 απεριόριστο εμπόριο, ανεμπόδιστο εμπόριο
無担保社債 むたんぽしゃさい
ουσιαστικό
- 01 ακάλυπτο εταιρικό ομόλογο
無担保借入金 むたんぽかりいれきん
ουσιαστικό
- 01 μη χρηματοδοτημένο χρέος, δάνειο χωρίς εξασφαλίσεις, μη εξασφαλισμένο χρέος
無担保貸付金 むたんぽかしつけきん
ουσιαστικό
- 01 ανεξασφάλιστο χρέος
無軌道振り むきどうぶり
ουσιαστικό
- 01 ασύδοτη συμπεριφορά, ανεξέλεγκτη δράση
無記名社債 むきめいしゃさい
ουσιαστικό
- 01 ανώνυμο ομολογιακό δάνειο
無記名株 むきめいかぶ
ουσιαστικό
- 01 ανώνυμη μετοχή
無記名債権 むきめいさいけん
ουσιαστικό
- 01 ανώνυμο χρεόγραφο