883 αποτελέσματα για «不»
不意試験 ふいしけん
ουσιαστικό
- 01 αιφνιδιαστικό τεστ
不可誤 ふかご
ουσιαστικό
- 01 αλάθητο (παπικό)
不可入性 ふかにゅうせい
ουσιαστικό
- 01 αδιαπερατότητα
不可能選択 ふかのうせんたく
ουσιαστικό
- 01 ανέφικτη επιλογή
不覚の一投 ふかくのいっとう
ουσιαστικό
- 01 εσφαλμένη βολή (λανθασμένη εκτίμηση του ρίπτη)
不公平競争 ふこうへいきょうそう
ουσιαστικό
- 01 αθέμιτος ανταγωνισμός
不耕作地 ふこうさくち
ουσιαστικό
- 01 καλλιεργήσιμη γη που παραμένει ακαλλιέργητη, χέρσα γη
不裁可 ふさいか
ουσιαστικό
- 01 βέτο, απόρριψη
不時着陸 ふじちゃくりく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αναγκαστική προσγείωση, βίαιη προσγείωση
不次 ふじ
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 ανωμαλία, αταξία
不手回し ふてまわし
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 κακή προετοιμασία, πλημμελής οργάνωση
不整合人 ふせいごうじん
ουσιαστικό
- 01 μη συμμορφούμενος, αντισυμβατικός, ελεύθερα σκεπτόμενος
不正規軍 ふせいきぐん
ουσιαστικό
- 01 άτακτα στρατεύματα, αντάρτες
不善感 ふぜんかん
ουσιαστικό
- 01 αρνητική αντίδραση, ανεπιτυχής εμβολιασμός
不足勝 ふそくがち
ουσιαστικό
- 01 κατάσταση ένδειας
不足前 たらずまえ
ουσιαστικό
- 01 έλλειμμα, ανεπάρκεια
不定計量空間 ふていけいりょうくうかん
ουσιαστικό
- 01 χώρος με αόριστη μετρική
不定法 ふていほう
ουσιαστικό
- 01 απαρέμφατο
不渡り小切手 ふわたりこぎって
ουσιαστικό
- 01 ακάλυπτη επιταγή
不凍海 ふとうかい
ουσιαστικό
- 01 απάγοτευτη θάλασσα