811 αποτελέσματα για «中»

中小企業退職金共済 ちゅうしょうきぎょうたいしょくきんきょうさい

ουσιαστικό

  1. 01 σύστημα αλληλοβοήθειας αποζημίωσης συνταξιοδότησης μικρομεσαίων επιχειρήσεων (συνταξιοδοτικό πρόγραμμα που ιδρύθηκε το 1959), σύστημα Σεράμα, σύστημα Τσουτάικιο
中退共 ちゅうたいきょう

ουσιαστικό

  1. 01 σύστημα αλληλοβοήθειας συνταξιοδοτικών επιδομάτων μικρών επιχειρήσεων (συνταξιοδοτικό σύστημα που θεσπίστηκε το 1959), σύστημα Σεραμά, σύστημα Τσουταϊκιό
中間成果物 ちゅうかんせいかぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 ενδιάμεσο προϊόν, προϊόν ενδιάμεσης ανάπτυξης
  2. 02 τεχνούργημα
中の上 ちゅうのじょう

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 άνω του μετρίου
中国結び ちゅうごくむすび

ουσιαστικό

  1. 01 κινεζικός κόμπος, τέχνη κινεζικού κόμπου, τέχνη κόμπων
中高ドイツ語 ちゅうこうドイツご

ουσιαστικό

  1. 01 μεσαιωνική άνω γερμανική
中古本 ちゅうこぼん

ουσιαστικό

  1. 01 μεταχειρισμένο βιβλίο, παλαιοπωλείο βιβλίων
中将棋 ちゅうしょうぎ

ουσιαστικό

  1. 01 τσου σόγκι (παραλλαγή του σόγκι σε σκακιέρα 12x12)
中国藻屑蟹 チュウゴクモクズガニ

ουσιαστικό

  1. 01 τσουγκόκου μοκούζου γκάνι (Eriocheir sinensis)
中線 ちゅうせん

ουσιαστικό

  1. 01 διάμεσος, μέση γραμμή
中耕 ちゅうこう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σκάλισμα ανάμεσα στις σειρές των καλλιεργειών
中心柱 ちゅうしんちゅう

ουσιαστικό

  1. 01 κεντρικός κύλινδρος, αγγειώδης δέσμη (βοτανολογία)
中身汁 なかみじる

ουσιαστικό

  1. 01 σούπα με εντόσθια χοιρινού (τοπική σπεσιαλιτέ του νομού Οκινάουα)
中国ルール ちゅうごくルール

ουσιαστικό

  1. 01 κινεζικοί κανόνες
中京圏 ちゅうきょうけん

ουσιαστικό

  1. 01 μητροπολιτική περιοχή Τσουκιό (το μεγαλύτερο μέρος του νομού Αΐτσι και τμήματα των νομών Γκίφου και Μίε, με κέντρο τη Ναγκόγια), περιφέρεια Τσουκιό
中道改革連合 ちゅうどうかいかくれんごう

ουσιαστικό

  1. 01 Συμμαχία Κεντρώων Μεταρρυθμιστών (πολιτικό κόμμα που σχηματίστηκε το 2026)
中進国 ちゅうしんこく

ουσιαστικό

  1. 01 ημιαναπτυγμένες χώρες
中程度 ちゅうていど

ουσιαστικό

  1. 01 μέτριος, μεσαίος, μέσος
中央ホール ちゅうおうホール

ουσιαστικό

  1. 01 κεντρική αίθουσα, κύρια αίθουσα, αίθριο, ευρύχωρος διάδρομος
中着 なかぎ

ουσιαστικό

  1. 01 ενδιάμεσο στρώμα ρούχου, εσωτερικό ρούχο, δεύτερη στρώση εσωρούχων