1019 αποτελέσματα για «自»

自動金銭出入機 じどうきんせんしゅつにゅうき

ουσιαστικό

  1. 01 αυτόματη ταμειολογιστική μηχανή, ΑΤΜ
自動車保険料 じどうしゃほけんりょう

ουσιαστικό

  1. 01 ασφάλιστρο αυτοκινήτου
自由貿易帯域 じゆうぼうえきたいいき

ουσιαστικό

  1. 01 ελεύθερη οικονομική ζώνη, περιοχή ελεύθερων συναλλαγών
自主流通米 じしゅりゅうつうまい

ουσιαστικό

  1. 01 ρύζι που δεν υπόκειται σε κυβερνητικό έλεγχο
自在画 じざいが

ουσιαστικό

  1. 01 ελεύθερο σχέδιο
自在鉤 じざいかぎ

ουσιαστικό

  1. 01 τζιζάικαγκι (ρυθμιζόμενο άγκιστρο για το κρέμασμα τσουκαλιού κ.λπ. πάνω από τη φωτιά)
自我実現 じがじつげん

ουσιαστικό

  1. 01 αυτοπραγμάτωση
自乗根 じじょうこん

ουσιαστικό

  1. 01 τετραγωνική ρίζα
自動方向探知機 じどうほうこうたんちき

ουσιαστικό

  1. 01 αυτόματος ραδιογωνιόμετρο, αυτόματος ανιχνευτής κατεύθυνσης
自動列車停止装置 じどうれっしゃていしそうち

ουσιαστικό

  1. 01 αυτόματο σύστημα πέδησης συρμού, αυτόματο σύστημα ακινητοποίησης τρένου
自動連結機 じどうれんけつき

ουσιαστικό

  1. 01 αυτόματος ζευκτήρας
自然休会 しぜんきゅうかい

ουσιαστικό

  1. 01 αυθόρμητη διακοπή εργασιών (στο κοινοβούλιο)
自然増収 しぜんぞうしゅう

ουσιαστικό

  1. 01 φυσική ή αυτόματη αύξηση εσόδων
自公民 じこうみん

ουσιαστικό

  1. 01 Φιλελεύθερο Δημοκρατικό Κόμμα, Κομέιτο και Δημοκρατικό Σοσιαλιστικό Κόμμα
自賠法 じばいほう

ουσιαστικό

  1. 01 νόμος περί αποζημίωσης σε τροχαία ατυχήματα
自然な性 しぜんなせい

ουσιαστικό

  1. 01 φυσικό γένος
自然類 しぜんるい

ουσιαστικό

  1. 01 φυσική κατηγορία
自己満悦 じこまんえつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αυτοϊκανοποίηση, αυτοθαυμασμός
自由三昧 じゆうざんまい

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 ελεύθερος, αδέσμευτος, σύμφωνα με τις ορέξεις κάποιου, κάνοντας ό,τι θέλει κανείς
自己臭症 じこしゅうしょう

ουσιαστικό

  1. 01 πρόβλημα δυσοσμίας σώματος, βρωμιδρωσία, βρωμιδρωσία