883 αποτελέσματα για «不»
不通箇所 ふつうかしょ
ουσιαστικό
- 01 αποκλεισμένα σημεία (τμήματα)
不良交友 ふりょうこうゆう
ουσιαστικό
- 01 συναναστροφή με κακές παρέες, εμπλοκή με ακατάλληλα άτομα
不慮の外 ふりょのほか
άλλο
- 01 τελείως αναπάντεχος, εντελώς απρόβλεπτος
不在投資家 ふざいとうしか
ουσιαστικό
- 01 απόντας επενδυτής (π.χ. σε ακίνητα)
不況型倒産 ふきょうがたとうさん
ουσιαστικό
- 01 πτώχευση λόγω οικονομικής ύφεσης
不交付 ふこうふ
ουσιαστικό
- 01 μη χορηγούμενος, μη παρεχόμενος
不正スタート ふせいスタート
ουσιαστικό
- 01 άκυρη εκκίνηση
不要会社 ふようがいしゃ
ουσιαστικό
- 01 ανταλλακτική δικαιοσύνη, justitia commutativa
不合理推論 ふごうりすいろん
ουσιαστικό
- 01 αυθαίρετο συμπέρασμα, λογικό άλμα
不合理結論 ふごうりけつろん
ουσιαστικό
- 01 λογικό άλμα, αυθαίρετο συμπέρασμα
不完全雇用 ふかんぜんこよう
ουσιαστικό
- 01 υποαπασχόληση
不完全競争 ふかんぜんきょうそう
ουσιαστικό
- 01 ατελής ανταγωνισμός
不完全菌類 ふかんぜんきんるい
ουσιαστικό
- 01 δευτερομύκητες, ατελείς μύκητες, μιτοσπορικοί μύκητες, αναμορφικοί μύκητες
不道 ふどう
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 απάνθρωπος, ανήθικος, παράλογος, εξοργιστικός, μοχθηρός
- 02 απανθρωπιά (ένα από τα οκτώ ασυγχώρητα εγκλήματα, που περιλαμβάνει τη θανάτωση τριών ατόμων της ίδιας οικογένειας ή τον τεμαχισμό πτώματος)
不適用 ふてきよう
ουσιαστικό
- 01 μη εφαρμόσιμος, δεν εφαρμόζεται
不完全自動詞 ふかんぜんじどうし
ουσιαστικό
- 01 ελλιπές αμετάβατο ρήμα
不均質性 ふきんしつせい
ουσιαστικό
- 01 ετερογένεια
不可欠アミノ酸 ふかけつアミノさん
ουσιαστικό
- 01 απαραίτητο αμινοξύ
不可逆圧縮 ふかぎゃくあっしゅく
ουσιαστικό
- 01 απωλεστική συμπίεση
不可視フィルタ ふかしフィルタ
ουσιαστικό
- 01 φίλτρο αορατότητας