1666 αποτελέσματα για «大»

大阪大学 おおさかだいがく

ουσιαστικό

  1. 01 Πανεπιστήμιο της Οσάκα
大江戸線 おおえどせん

ουσιαστικό

  1. 01 γραμμή Οεντό
大売り出し おおうりだし

ουσιαστικό

  1. 01 μεγάλη εκποίηση, μεγάλη προσφορά
大女将 おおおかみ

ουσιαστικό

  1. 01 παλαιότερη ιδιοκτήτρια (οικοδέσποινα) παραδοσιακού ιαπωνικού πανδοχείου ή εστιατορίου
大国主神 おおくにぬしのかみ

ουσιαστικό

  1. 01 Οκουνινουσί, θεότητα της μαγείας και της ιατρικής που αργότερα θεωρήθηκε ισότιμη με τον Νταϊκοκουτέν και τιμάται στο Μεγάλο Ιερό Ιζούμο
大外刈り おおそとがり

ουσιαστικό

  1. 01 οσοτογκάρι (τζούντο), μεγάλο εξωτερικό δρεπάνι, ρίψη με μεγάλο σάρωμα ποδιού
大英断 だいえいだん

ουσιαστικό

  1. 01 αποφασιστική απόφαση
大東亜共栄圏 だいとうあきょうえいけん

ουσιαστικό

  1. 01 Μεγάλη Σφαίρα Συνευημερίας της Ανατολικής Ασίας
大小便 だいしょうべん

ουσιαστικό

  1. 01 κόπρανα και ούρα
大欲 たいよく

ουσιαστικό

  1. 01 απληστία, πλεονεξία
大岡越前 おおおかえちぜん

ουσιαστικό

  1. 01 Οόκα Ετσιζέν (τηλεοπτικό ιστορικό δράμα, 1970-1999)
大患 たいかん

ουσιαστικό

  1. 01 σοβαρή ασθένεια, μεγάλες ταλαιπωρίες
大内裏 だいだいり

ουσιαστικό

  1. 01 ντάινταϊρι, μεγάλη εσωτερική αυλή, η περιοχή που περιβάλλει το εσωτερικό παλάτι, όπου στεγάζονταν διάφορα διοικητικά όργανα
大化 たいか

ουσιαστικό

  1. 01 περίοδος Τάικα (19 Ιουνίου 645 - 15 Φεβρουαρίου 650)
大喝一声 だいかついっせい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 φωνάζω με βροντερή φωνή, κεραυνοβολώ με τη φωνή μου
大学講師 だいがくこうし

ουσιαστικό

  1. 01 πανεπιστημιακός λέκτορας, καθηγητής κολεγίου
大暑 たいしょ

ουσιαστικό

  1. 01 καυτή ζέστη, αφόρητος καύσωνας
  2. 02 ταϊσό (ηλιακός όρος που αντιστοιχεί στη μέγιστη ζέστη, περίπου στις 23 Ιουλίου)
大衆娯楽 たいしゅうごらく

ουσιαστικό

  1. 01 λαϊκή ψυχαγωγία, μαζική ψυχαγωγία, δημόσια διασκέδαση
大慈大悲 だいじだいひ

ουσιαστικό

  1. 01 μέγα έλεος και συμπόνια
大歌 おおうた

ουσιαστικό

  1. 01 αυλικός ύμνος που ψάλλεται σε θρησκευτικές τελετές και εορταστικές εκδηλώσεις