941 αποτελέσματα για «無»
無条件文 むじょうけんぶん
ουσιαστικό
- 01 προστακτική πρόταση
- 02 άνευ όρων πρόταση
無人モード むじんモード
ουσιαστικό
- 01 αυτόματη λειτουργία (χωρίς χειριστή)
無線リンク むせんリンク
ουσιαστικό
- 01 ασύρματη ζεύξη
無線方式 むせんほうしき
ουσιαστικό
- 01 ασύρματο σύστημα
無通話時 むつうわじ
ουσιαστικό
- 01 διάστημα σιωπής, περίοδος χωρίς κλήση
無条件解約 むじょうけんかいやく
ουσιαστικό
- 01 άνευ όρων καταγγελία σύμβασης
無店舗型 むてんぽがた
ουσιαστικό
- 01 τύπος χωρίς φυσικό κατάστημα (λιανικό εμπόριο, επιχειρήσεις κ.λπ.)
無性語 むせいご
ουσιαστικό
- 01 ουδέτερη λέξη ως προς το γένος
無線タグ むせんタグ
ουσιαστικό
- 01 ετικέτα ραδιοσυχνότητας (RFID)
無気呼吸 むきこきゅう
ουσιαστικό
- 01 αναερόβια αναπνοή
無弓類 むきゅうるい
ουσιαστικό
- 01 αναψιδωτό
無羊膜類 むようまくるい
ουσιαστικό
- 01 αμνιακά σπονδυλόζωα
無葉蘭 むようらん
ουσιαστικό
- 01 μουγιοράν (είδος σαπροφυτικής ορχιδέας)
無水アルコール むすいアルコール
ουσιαστικό
- 01 άνυδρη αλκοόλη, απόλυτη αλκοόλη
無機質肥料 むきしつひりょう
ουσιαστικό
- 01 ανόργανο λίπασμα, μεταλλικό λίπασμα
無原罪の宿り むげんざいのやどり
άλλο, ουσιαστικό
- 01 άμωμος σύλληψη
無尾類 むびるい
ουσιαστικό
- 01 άνουρα (αμφίβια χωρίς ουρά)
無性芽 むせいが
ουσιαστικό
- 01 εκβλάστημα
無光沢紙 むこうたくし
ουσιαστικό
- 01 ματ χαρτί
無額面株式 むがくめんかぶしき
ουσιαστικό
- 01 μετοχή χωρίς ονομαστική αξία