210 αποτελέσματα για «予»

予防薬 よぼうやく

ουσιαστικό

  1. 01 προληπτικό φάρμακο, προληπτική ιατρική
予選会 よせんかい

ουσιαστικό

  1. 01 προκριματικός αγώνας, προκριματικά, δοκιμαστικά, προκριματικές εκλογές
予防的 よぼうてき

επίθετο

  1. 01 προληπτικός
予算編成 よさんへんせい

ουσιαστικό

  1. 01 κατάρτιση προϋπολογισμού (από το Υπουργικό Συμβούλιο)
予行 よこう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πρόβα
予約席 よやくせき

ουσιαστικό

  1. 01 κρατημένη θέση
予算配分 よさんはいぶん

ουσιαστικό

  1. 01 κατανομή προϋπολογισμού
予備選挙 よびせんきょ

ουσιαστικό

  1. 01 προκριματική εκλογή, προκριματικές εκλογές
予備費 よびひ

ουσιαστικό

  1. 01 αποθεματικό κεφάλαιο, κονδύλι εκτάκτων αναγκών
予科 よか

ουσιαστικό

  1. 01 προπαρασκευαστικό πρόγραμμα, προπαρασκευαστικό τμήμα
予防法 よぼうほう

ουσιαστικό

  1. 01 προληπτικά μέτρα
予告なしに よこくなしに

επίρρημα

  1. 01 χωρίς προειδοποίηση
予算不足 よさんぶそく

ουσιαστικό

  1. 01 έλλειμμα προϋπολογισμού
予備兵 よびへい

ουσιαστικό

  1. 01 έφεδρος
予備的 よびてき

επίθετο

  1. 01 προκαταρκτικός, προπαρασκευαστικός
予防注射 よぼうちゅうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 ανοσοποίηση, εμβολιασμός, ενέσεις, εμβολιασμός (με ενδοδερμική ή άλλη μέθοδο), προληπτική ένεση
予防医学 よぼういがく

ουσιαστικό

  1. 01 προληπτική ιατρική, προφυλακτική
予算削減 よさんさくげん

ουσιαστικό

  1. 01 περικοπή προϋπολογισμού
予覚 よかく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προαίσθημα, διαίσθηση, πρόγνωση
予熱 よねつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προθέρμανση (φούρνου κ.ά.)
  2. 02 προθέρμανση (μηχανής κ.ά.)