611 αποτελέσματα για «二»
二三日 にさんにち
ουσιαστικό
- 01 δύο ή τρεις ημέρες
二つとも ふたつとも
επίρρημα
- 01 και τα δύο
二の足を踏む にのあしをふむ
άλλο, ρήμα
- 01 διστάζω, το σκέφτομαι δύο φορές, υποχωρώ, μαζεύομαι
二種 にしゅ
ουσιαστικό
- 01 δύο είδη
- 02 δεύτερη κατηγορία (π.χ. αλληλογραφία)
二酸化炭素 にさんかたんそ
ουσιαστικό
- 01 διοξείδιο του άνθρακα, διοξείδιο του άνθρακα (CO2)
二の句 にのく
ουσιαστικό
- 01 επόμενη λέξη
二人三脚 ににんさんきゃく
ουσιαστικό
- 01 αγώνας δρόμου με δεμένα πόδια (νινίν σανκιάκου)
- 02 συνεργασία με κοινό στόχο (π.χ. μεταξύ εταιρειών), δράση σε πλήρη σύμπνοια (νινίν σανκιάκου)
二通 につう
ουσιαστικό
- 01 δύο αντίγραφα
二人連れ ふたりづれ
ουσιαστικό
- 01 ζευγάρι, δυάδα
二人暮らし ふたりぐらし
ουσιαστικό
- 01 συγκατοίκηση (δύο ατόμων)
二言三言 ふたことみこと
ουσιαστικό
- 01 μερικές λέξεις, λίγα λόγια
二足 にそく
ουσιαστικό
- 01 δύο πόδια
- 02 δύο ζευγάρια
二重人格 にじゅうじんかく
ουσιαστικό
- 01 διπλή προσωπικότητα, σχιστοειδής προσωπικότητα
二色 ふたいろ
ουσιαστικό
- 01 δύο χρώματα
- 02 δύο ποικιλίες, δύο είδη
二者 にしゃ
ουσιαστικό
- 01 δύο πράγματα
- 02 δύο άτομα
二桁 ふたけた
ουσιαστικό
- 01 διψήφιος αριθμός, δεκάδες, δύο ψηφία, διψήφιος αριθμός
二等 にとう
ουσιαστικό
- 01 δευτέρα κατηγορία
二宮 にぐう
ουσιαστικό
- 01 οι δύο ναοί της Ίσε
二次会 にじかい
ουσιαστικό
- 01 μετα-πάρτυ, δεύτερη συνάντηση της βραδιάς
- 02 δεύτερη συνάντηση
二間 にけん
ουσιαστικό
- 01 δύο κεν (περίπου 3,6 μέτρα)