238 αποτελέσματα για «交»

交流戦 こうりゅうせん

ουσιαστικό

  1. 01 φιλικός αγώνας, αγώνας επίδειξης
  2. 02 διαπρωταθληματικός αγώνας μεταξύ των πρωταθλημάτων μπέιζμπολ Σέντραλ και Πασίφικ
交響楽 こうきょうがく

ουσιαστικό

  1. 01 συμφωνική μουσική, συμφωνία
交通違反 こうつういはん

ουσιαστικό

  1. 01 παραβίαση του κώδικα οδικής κυκλοφορίας
交通路 こうつうろ

ουσιαστικό

  1. 01 οδός κυκλοφορίας, διαδρομή μετακίνησης
交際中 こうさいちゅう

ουσιαστικό

  1. 01 σε σχέση
交誼 こうぎ

ουσιαστικό

  1. 01 φιλία, αγαθές σχέσεις
交流試合 こうりゅうじあい

ουσιαστικό

  1. 01 αγώνας μεταξύ ομάδων διαφορετικών πρωταθλημάτων, διασυλλογική συνάντηση
交通渋滞 こうつうじゅうたい

ουσιαστικό

  1. 01 κυκλοφοριακή συμφόρηση, μποτιλιάρισμα, κυκλοφοριακό χάος
交情 こうじょう

ουσιαστικό

  1. 01 οικειότητα, φιλία
交換留学 こうかんりゅうがく

ουσιαστικό

  1. 01 ανταλλαγή φοιτητών, σπουδές στο εξωτερικό
交響楽団 こうきょうがくだん

ουσιαστικό

  1. 01 συμφωνική ορχήστρα
交接 こうせつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σεξουαλική επαφή
  2. 02 συνουσία, ζευγάρωμα
交代交代 こうたいごうたい

ουσιαστικό

  1. 01 εναλλάξ, με τη σειρά
交々 こもごも

επίρρημα

  1. 01 εναλλάξ, διαδοχικά
交換価値 こうかんかち

ουσιαστικό

  1. 01 ανταλλακτική αξία
交渉団 こうしょうだん

ουσιαστικό

  1. 01 διαπραγματευτική ομάδα, διαπραγματευτικό σώμα
交通情報 こうつうじょうほう

ουσιαστικό

  1. 01 κυκλοφοριακή ενημέρωση, πληροφορίες για τη ροή της κυκλοφορίας, πληροφορίες συγκοινωνίας
交戦国 こうせんこく

ουσιαστικό

  1. 01 εμπόλεμα έθνη, εμπόλεμα κράτη
交換台 こうかんだい

ουσιαστικό

  1. 01 τηλεφωνικό κέντρο
  2. 02 τηλεφωνητής, τηλεφωνήτρια
交通事情 こうつうじじょう

ουσιαστικό

  1. 01 κυκλοφοριακές συνθήκες (π.χ. αυξημένη κίνηση), συγκοινωνιακή κατάσταση (π.χ. κακό οδικό δίκτυο)