179 αποτελέσματα για «仕»

仕立て直す したてなおす

ρήμα

  1. 01 μεταποιώ, αλλάζω το ράψιμο, επιδιορθώνω (ρούχα), ανακαινίζω
仕様書 しようしょ

ουσιαστικό

  1. 01 εγχειρίδιο, οδηγίες, οδηγός
  2. 02 έγγραφο προδιαγραφών, προδιαγραφές, σχέδιο
仕事を済ます しごとをすます

άλλο, ρήμα

  1. 01 τελειώνω τη δουλειά μου
仕手 して

ουσιαστικό

  1. 01 εκτελεστής, δράστης
  2. 02 σίτε, πρωταγωνιστής, ήρωας, κύριος ρόλος
  3. 03 κερδοσκόπος
仕事始め しごとはじめ

ουσιαστικό

  1. 01 επανέναρξη εργασίας μετά τις διακοπές της Πρωτοχρονιάς, η πρώτη φορά που εργάζεται κάποιος μέσα στο έτος
仕事人 しごとにん

ουσιαστικό

  1. 01 επαγγελματίας, άτομο ικανό σε μια συγκεκριμένη δουλειά, άτομο που εκτελεί το έργο του χωρίς λάθη
仕事一筋 しごとひとすじ

ουσιαστικό

  1. 01 αφοσιωμένος αποκλειστικά στη δουλειά του, ζωή χωρίς κανένα άλλο ενδιαφέρον πέρα από την εργασία
仕事探し しごとさがし

ουσιαστικό

  1. 01 αναζήτηση εργασίας
仕入れ値 しいれね

ουσιαστικό

  1. 01 τιμή αγοράς, κόστος αγοράς
仕込み杖 しこみづえ

ουσιαστικό

  1. 01 μπαστούνι με κρυμμένο ξίφος, μπαστούνι-σπαθί
仕来り しきたり

ουσιαστικό

  1. 01 έθιμο, παράδοση, συνήθεια, κοινωνικές συμβάσεις, καθιερωμένη πρακτική
仕返す しかえす

ρήμα

  1. 01 εκδικώμαι, παίρνω εκδίκηση
  2. 02 ξανακάνω, επαναλαμβάνω, αρχίζω από την αρχή
仕事中毒 しごとちゅうどく

ουσιαστικό

  1. 01 εργασιομανία
仕様のない しようのない

άλλο

  1. 01 απελπισμένος, άχρηστος, αδιόρθωτος, χωρίς ελπίδα σωτηρίας
  2. 02 ανόητος, παράλογος, γελοίος
仕事机 しごとづくえ

ουσιαστικό

  1. 01 γραφείο εργασίας
仕切り板 しきりいた

ουσιαστικό

  1. 01 χωριστικό διάφραγμα, σανίδα που χρησιμοποιείται ως χώρισμα
  2. 02 σανίδα που χρησιμοποιείται σε πλοίο για να εμποδίζει τη μετατόπιση του φορτίου
仕出し しだし

ουσιαστικό

  1. 01 υπηρεσία διανομής φαγητού, catering
  2. 02 κομπάρσος, βοηθητικός ηθοποιός (σε θεατρικό έργο ή ταινία)
仕事に勤しむ しごとにいそしむ

άλλο, ρήμα

  1. 01 εργάζομαι επιμελώς, αφοσιώνομαι στη δουλειά μου
仕様もない しょうもない

άλλο, επίθετο

  1. 01 ανόητος, άσκοπος, άχρηστος, ανούσιος, βαρετός
  2. 02 απελπισμένος (για άτομο ή κατάσταση), ανεπίδεκτος μαθήσεως, ανεπανόρθωτος
仕事納め しごとおさめ

ουσιαστικό

  1. 01 τελευταία εργάσιμη ημέρα του έτους (συνήθως 28 Δεκεμβρίου)