255 αποτελέσματα για «仮»
仮面の告白 かめんのこくはく
ουσιαστικό
- 01 Εξομολογήσεις μιας μάσκας (μυθιστόρημα του 1949 από τον Γιούκιο Μισίμα)
仮髪 かはつ
ουσιαστικό
- 01 περούκα, ποστίς, ψεύτικα μαλλιά
仮宮 かりみや
ουσιαστικό
- 01 προσωρινός ναός
仮橋 かりばし
ουσιαστικό
- 01 προσωρινή γέφυρα, αυτοσχέδια γέφυρα
仮想デスクトップ かそうデスクトップ
ουσιαστικό
- 01 εικονική επιφάνεια εργασίας
仮声 かせい
ουσιαστικό
- 01 φαλτσέτο
仮置き かりおき
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 προσωρινή τοποθέτηση, τοποθέτηση κάποιου αντικειμένου σε μια θέση προσωρινά
- 02 αρχική τοποθέτηση, προσωρινή τακτοποίηση
仮面劇 かめんげき
ουσιαστικό
- 01 προσωπεία, μάσκα
仮想マシン かそうマシン
ουσιαστικό
- 01 εικονική μηχανή
仮装巡洋艦 かそうじゅんようかん
ουσιαστικό
- 01 καταδρομικό εμπορικό πλοίο, βοηθητικό καταδρομικό
仮想化 かそうか
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εικονικοποίηση
仮埋葬 かりまいそう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 προσωρινή ταφή
仮押さえ かりおさえ
ουσιαστικό
- 01 προσωρινή κράτηση
仮名遣い かなづかい N2
ουσιαστικό
- 01 ορθογραφία κανά, συλλαβική γραφή
仮入学 かりにゅうがく
ουσιαστικό
- 01 προσωρινή εγγραφή
仮宅 かりたく
ουσιαστικό
- 01 προσωρινή κατοικία
仮定法 かていほう
ουσιαστικό
- 01 υποτακτική έγκλιση
仮名手本 かなでほん
ουσιαστικό
- 01 ιαπωνικό βιβλίο αντιγραφής για την εκμάθηση των χαρακτήρων κάνα
仮す かす
ρήμα
- 01 παραχωρώ, επιτρέπω, συγχωρώ
仮普請 かりぶしん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 προσωρινή κατασκευή