72 αποτελέσματα για «伊»

伊達に だてに

άλλο, επίρρημα

  1. 01 για το θεαθήναι, για λόγους εντυπωσιασμού, επιδεικτικά, για να φαίνομαι ωραίος
伊人 いじん

ουσιαστικό

  1. 01 Ιταλός
伊勢うどん いせうどん

ουσιαστικό

  1. 01 ισέ ουντόν, ποικιλία ουντόν με πολύ μαλακά και χοντρά ζυμαρικά, σπεσιαλιτέ του νομού Μίε
伊藤流 いとうりゅう

ουσιαστικό

  1. 01 ιτό-ριου, παραδοσιακή σειρά τοποθέτησης της σκακιέρας όπου τα πιόνια τοποθετούνται πριν από τον πύργο και τον αξιωματικό
伊州 いしゅう

ουσιαστικό

  1. 01 ισού, επαρχία Ίγκα
伊京集 いきょうしゅう

ουσιαστικό

  1. 01 ικιοσού (λεξικό της περιόδου Μουρομάτσι)
伊勢化学工業 いせかがくこうぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 Ισέ Καγκάκου Κογκιό
伊丹市立美術館 いたみしりつびじゅつかん

ουσιαστικό

  1. 01 Δημοτικό Μουσείο Τέχνης Ιτάμι
伊藤忠燃料 いとうちゅうねんりょう

ουσιαστικό

  1. 01 Ιτοτσού Φιούελ Κορπορέισον
伊勢丹 いせたん

ουσιαστικό

  1. 01 Ισετάν (πολυκατάστημα)
伊曽保物語 いそほものがたり

ουσιαστικό

  1. 01 Ισόχο Μονογκατάρι (μύθοι του Αισώπου, που δημοσιεύτηκαν αρχικά από τους Ιησουίτες το 1593)
  1. 01 Ιταλία
  2. 02 εκείνο