110 αποτελέσματα για «休»

休薬 きゅうやく

ουσιαστικό

  1. 01 διακοπή φαρμάκου, παύση λήψης φαρμακευτικής αγωγής
休漁 きゅうりょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παύση αλιευτικής δραστηριότητας
休出 きゅうしゅつ

ουσιαστικό

  1. 01 εργασία κατά την ημέρα ανάπαυσης
休閑地 きゅうかんち

ουσιαστικό

  1. 01 χέρσα γη, ακαλλιέργητη έκταση
休暇願い きゅうかねがい

ουσιαστικό

  1. 01 αίτηση άδειας
休業手当 きゅうぎょうてあて

ουσιαστικό

  1. 01 επίδομα αναστολής εργασίας, αποζημίωση λόγω διακοπής λειτουργίας
休園日 きゅうえんび

ουσιαστικό

  1. 01 ημέρα κατά την οποία ένας χώρος όπως ένα πάρκο, νηπιαγωγείο ή ζωολογικός κήπος παραμένει κλειστός
休養室 きゅうようしつ

ουσιαστικό

  1. 01 δωμάτιο ανάπαυσης ή αναψυχής
休戚 きゅうせき

ουσιαστικό

  1. 01 χαρές και λύπες, ευτυχία και δυστυχία, ευημερία
休みなく やすみなく

επίρρημα

  1. 01 χωρίς ανάπαυλα, ακατάπαυστα, αδιάκοπα
休戦地帯 きゅうせんちたい

ουσιαστικό

  1. 01 αποστρατιωτικοποιημένη ζώνη
休暇予定 きゅうかよてい

ουσιαστικό

  1. 01 σχέδια διακοπών
休戦記念日 きゅうせんきねんび

ουσιαστικό

  1. 01 επέτειος της ανακωχής
休筆 きゅうひつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διακοπή από τη συγγραφή
休刊日 きゅうかんび

ουσιαστικό

  1. 01 ημέρα αργίας εφημερίδων, ημέρα κατά την οποία δεν εκδίδονται εφημερίδες
休止符を打つ きゅうしふをうつ

άλλο, ρήμα

  1. 01 βάζω τελεία, τερματίζω, τακτοποιώ (προσωρινά)
休閑 きゅうかん

ουσιαστικό

  1. 01 αγρανάπαυση
休院 きゅういん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προσωρινή διακοπή λειτουργίας νοσοκομείου (ιατρείου, κ.λπ.)
休航 きゅうこう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διακοπή δρομολογίων
休心 きゅうしん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ψυχική ηρεμία, ανακούφιση