191 αποτελέσματα για «低»

低み ひくみ

ουσιαστικό

  1. 01 χαμηλό μέρος, περιοχή με χαμηλό υψόμετρο, επίπεδο
低度 ていど

ουσιαστικό

  1. 01 χαμηλός βαθμός, χαμηλή διαβάθμιση, χαμηλή ποιότητα
低性能 ていせいのう

ουσιαστικό

  1. 01 χαμηλή απόδοση
低料金 ていりょうきん

ουσιαστικό

  1. 01 χαμηλές χρεώσεις, οικονομικές τιμές
低成長 ていせいちょう

ουσιαστικό

  1. 01 χαμηλή οικονομική ανάπτυξη
低頭平身 ていとうへいしん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 υποκλίνομαι βαθιά, πέφτω στα γόνατα (ως ένδειξη απόλυτης υποταγής ή ζητώντας συγγνώμη)
低温殺菌 ていおんさっきん

ουσιαστικό

  1. 01 παστερίωση χαμηλής θερμοκρασίας
低地帯 ていちたい

ουσιαστικό

  1. 01 πεδινή περιοχή, χαμηλή περιοχή, βασική ζώνη
低酸素症 ていさんそしょう

ουσιαστικό

  1. 01 υποξία
低リスク ていリスク

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 χαμηλού ρίσκου
低所 ていしょ

ουσιαστικό

  1. 01 χαμηλό έδαφος
低反発枕 ていはんぱつまくら

ουσιαστικό

  1. 01 μαξιλάρι από αφρό μνήμης
低年齢化 ていねんれいか

ουσιαστικό

  1. 01 σταδιακή μείωση της ηλικίας, ελάττωση του ηλικιακού ορίου
低翼 ていよく

ουσιαστικό

  1. 01 χαμηλοπτέρυγος
低栄養 ていえいよう

ουσιαστικό

  1. 01 υποσιτισμός, κακή διατροφή
低騒音 ていそうおん

ουσιαστικό

  1. 01 χαμηλού θορύβου, αθόρυβος
低湿地 ていしつち

ουσιαστικό

  1. 01 βάλτος, υγρότοπος, βαλτώδης πεδινή περιοχή, έλος
低率 ていりつ

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 χαμηλό ποσοστό
低唱 ていしょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σιγοτραγουδώ, τραγουδώ χαμηλόφωνα
低濃度 ていのうど

ουσιαστικό

  1. 01 χαμηλή συγκέντρωση