67 αποτελέσματα για «供»

供献品 きょうけんひん

ουσιαστικό

  1. 01 αντικείμενα που προσφέρονται σε θεότητες (περίοδος Τζομόν)
供試体 きょうしたい

ουσιαστικό

  1. 01 δοκίμιο, δείγμα δοκιμής, προϊόν υπό δοκιμή
供給血管 きょうきゅうけっかん

ουσιαστικό

  1. 01 τροφοφόρο αγγείο, αρτηρία δότης
供述調書 きょうじゅつちょうしょ

ουσιαστικό

  1. 01 έκθεση κατάθεσης (συνταγμένη από τον ανακριτή), ένορκη κατάθεση, πρακτικό προφορικής κατάθεσης
供述録取書 きょうじゅつろくしゅしょ

ουσιαστικό

  1. 01 πρακτικό κατάθεσης (συνταγμένο από τον ανακριτή), ένορκη κατάθεση, πρακτικό προφορικής κατάθεσης
供給管理協会 きょうきゅうかんりきょうかい

ουσιαστικό

  1. 01 ινστιτούτο διαχείρισης εφοδιασμού (ISM)
  1. 01 υποβάλλω
  2. 02 προσφέρω
  3. 03 παρουσιάζω
  4. 04 σερβίρω (φαγητό)
  5. 05 συνοδεύω