280 αποτελέσματα για «保»

保元 ほうげん

ουσιαστικό

  1. 01 εποχή Χόγκεν (27 Απριλίου 1156 – 20 Απριλίου 1159)
保存方法 ほぞんほうほう

ουσιαστικό

  1. 01 τρόπος συντήρησης (π.χ. για τρόφιμα), οδηγίες φύλαξης
保護司 ほごし

ουσιαστικό

  1. 01 επιμελητής ανηλίκων
保管所 ほかんじょ

ουσιαστικό

  1. 01 αποθήκη, χώρος φύλαξης, καταθετήριο, αποθετήριο, εναποθετήριο
保険医 ほけんい

ουσιαστικό

  1. 01 ιατρός που δέχεται ασθενείς καλυπτόμενους από ασφάλιση υγείας
  2. 02 ιατρός εξουσιοδοτημένος για την εξέταση αιτούντος ασφάλιση ζωής
保守党 ほしゅとう

ουσιαστικό

  1. 01 συντηρητικό κόμμα
保線 ほせん

ουσιαστικό

  1. 01 συντήρηση σιδηροδρομικής γραμμής
保守主義 ほしゅしゅぎ

ουσιαστικό

  1. 01 συντηρητισμός
保安上 ほあんじょう

ουσιαστικό

  1. 01 που αφορά την ασφάλεια, από άποψη ασφάλειας
保険屋 ほけんや

ουσιαστικό

  1. 01 ασφαλιστής
保健室登校 ほけんしつとうこう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 φοίτηση αποκλειστικά στο ιατρείο του σχολείου
保存庫 ほぞんこ

ουσιαστικό

  1. 01 αποθήκη, αποθηκευτικός χώρος, εναποθήκη
保存期間 ほぞんきかん

ουσιαστικό

  1. 01 περίοδος διατήρησης
保守点検 ほしゅてんけん

ουσιαστικό

  1. 01 έλεγχος συντήρησης, συντήρηση και επιθεώρηση
保育器 ほいくき

ουσιαστικό

  1. 01 θερμοκοιτίδα
保健師 ほけんし

ουσιαστικό

  1. 01 κοινοτικός νοσηλευτής
保安庁 ほあんちょう

ουσιαστικό

  1. 01 Εθνικό Συμβούλιο Ασφαλείας (1952-1954)
保護主義 ほごしゅぎ

ουσιαστικό

  1. 01 προστατευτισμός
保護国 ほごこく

ουσιαστικό

  1. 01 προτεκτοράτο
保存料 ほぞんりょう

ουσιαστικό

  1. 01 συντηρητικό