195 αποτελέσματα για «信»
信天翁 しんてんおう
ουσιαστικό
- 01 άλμπατρος
信用不安 しんようふあん
ουσιαστικό
- 01 πιστωτική αβεβαιότητα
信用取引 しんようとりひき
ουσιαστικό
- 01 πίστωση, συναλλαγή επί πιστώσει, συναλλαγή με περιθώριο, περιθωριακές συναλλαγές
信憑 しんぴょう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εμπιστοσύνη, πίστη, αξιοπιστία
信認 しんにん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αναγνώριση, αποδοχή, παραδοχή
信心家 しんじんか
ουσιαστικό
- 01 ευσεβής άνθρωπος, θρησκευόμενος
信を問う しんをとう
άλλο, ρήμα
- 01 ζητώ την ψήφο εμπιστοσύνης, ζητώ τη λαϊκή ετυμηγορία
信用状 しんようじょう
ουσιαστικό
- 01 πιστωτική επιστολή
信玄袋 しんげんぶくろ
ουσιαστικό
- 01 υφασμάτινη τσάντα
信号灯 しんごうとう
ουσιαστικό
- 01 φωτεινός σηματοδότης, φανάρι
- 02 σηματοφόρος
信託銀行 しんたくぎんこう
ουσιαστικό
- 01 τράπεζα καταπιστεύματος
信任状 しんにんじょう
ουσιαστικό
- 01 διαπιστευτήρια
信仰告白 しんこうこくはく
ουσιαστικό
- 01 ομολογία πίστεως
信用調査 しんようちょうさ
ουσιαστικό
- 01 πιστοληπτικός έλεγχος
信用調査会社 しんようちょうさがいしゃ
ουσιαστικό
- 01 εταιρεία πιστοληπτικής αξιολόγησης
信用貸し しんようがし
ουσιαστικό
- 01 πίστωση χωρίς εξασφάλιση
信用買い しんようがい
ουσιαστικό
- 01 αγορά με πίστωση, αγορά με περιθώριο
信号手 しんごうしゅ
ουσιαστικό
- 01 σηματοδότης, σηματωρός
信女 しんにょ
ουσιαστικό, επίθημα
- 01 λαϊκή πιστή
- 02 πιστή
信用組合 しんようくみあい
ουσιαστικό
- 01 πιστωτικός συνεταιρισμός