90 αποτελέσματα για «借»

借字 しゃくじ

ουσιαστικό

  1. 01 καντζί που χρησιμοποιείται για τη φωνητική του αξία
借り住まい かりずまい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διαμονή σε ενοικιαζόμενο χώρο, νοικιασμένο σπίτι
借用者 しゃくようしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 δανειολήπτης
借貸 しゃくたい

ουσιαστικό

  1. 01 δάνειο, δανεισμός και δανειοληψία
借用語 しゃくようご

ουσιαστικό

  1. 01 δάνειο, δανεική λέξη
借り物競争 かりものきょうそう

ουσιαστικό

  1. 01 αγώνας δρόμου με αναζήτηση αντικειμένων (καριμόνο κιόσο)
借り間 かりま

ουσιαστικό

  1. 01 ενοικιαζόμενο δωμάτιο
借り越す かりこす

ρήμα

  1. 01 υπεραναλαμβάνω χρηματικό ποσό από λογαριασμό
借り火 かりび

ουσιαστικό

  1. 01 δανεισμός φωτιάς (π.χ. για ένα τσιγάρο), δανεική φωτιά
借り衣装 かりいしょう

ουσιαστικό

  1. 01 δανεικά ρούχα
借り地 かりち

ουσιαστικό

  1. 01 ενοικιαζόμενη γη
借越金 かりこしきん

ουσιαστικό

  1. 01 υπερανάληψη, ανεξόφλητο χρέος
借り取り かりどり

ουσιαστικό

  1. 01 δανεισμός χωρίς επιστροφή
借り受け金 かりうけきん

ουσιαστικό

  1. 01 δανεικά χρήματα
借り受け人 かりうけにん

ουσιαστικό

  1. 01 δανειολήπτης, οφειλέτης, ενοικιαστής
借り宅 かりたく

ουσιαστικό

  1. 01 ενοικιαζόμενη κατοικία
借り店 かりだな

ουσιαστικό

  1. 01 ενοικιαζόμενο κατάστημα
借り名 かりな

ουσιαστικό

  1. 01 δανεικό όνομα
借家争議 しゃっかそうぎ

ουσιαστικό

  1. 01 διαμάχες για μισθώσεις κατοικιών
借株 かりかぶ

ουσιαστικό

  1. 01 ενοικιαζόμενο τροχαίο υλικό
  2. 02 δανεισμός μετοχών