72 αποτελέσματα για «免»
免疫源 めんえきげん
ουσιαστικό
- 01 ανοσογόνο
免疫賦活剤 めんえきふかつざい
ουσιαστικό
- 01 ανοσοδιεγερτικό
免疫原性 めんえきげんせい
ουσιαστικό
- 01 ανοσογονικότητα
免る まのがる
ρήμα
- 01 διαφεύγω από τον κίνδυνο, γλιτώνω
免疫物質 めんえきぶっしつ
ουσιαστικό
- 01 ανοσοποιητική ουσία, ουσία ανοσίας
免許番号 めんきょばんごう
ουσιαστικό
- 01 αριθμός άδειας
免疫学者 めんえきがくしゃ
ουσιαστικό
- 01 ανοσολόγος
免疫逃避 めんえきとうひ
ουσιαστικό
- 01 ανοσοδιαφυγή, αντιγονική διαφυγή
免許料 めんきょりょう
ουσιαστικό
- 01 τέλος άδειας
免疫遺伝学 めんえきいでんがく
ουσιαστικό
- 01 ανοσογενετική
免疫応答 めんえきおうとう
ουσιαστικό
- 01 ανοσολογική απόκριση
免
- 01 δικαιολογία, συγγνώμη, απαλλαγή
- 02 απόλυση, απαλλαγή