133 αποτελέσματα για «円»
円本 えんぽん
ουσιαστικό
- 01 βιβλίο ενός γιεν (περίοδος Σόουα)
円居 まどい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 κάθομαι σε κύκλο
- 02 ευχάριστη συγκέντρωση
円寂 えんじゃく
ουσιαστικό
- 01 νιρβάνα, θάνατος του Βούδα
円借款 えんしゃっかん
ουσιαστικό
- 01 διεθνές δάνειο σε γιεν
円弾 えんだん
ουσιαστικό
- 01 σφαιρικό βλήμα
円相 えんそう
ουσιαστικό
- 01 κύκλος που σχεδιάζεται με μία κίνηση στη ζεν καλλιγραφία (αντιπροσωπεύοντας την τέλεια ψυχική ηρεμία)
円丘 えんきゅう
ουσιαστικό
- 01 λόφος, μικρός λόφος
円マーク えんマーク
ουσιαστικό
- 01 σύμβολο του γιεν, σήμα του γιεν
円満具足 えんまんぐそく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 πλήρης, γαλήνιος και σε αρμονία (για πράγματα)
円建て えんだて
ουσιαστικό
- 01 βάση γιεν (για συναλλαγές, ανταλλαγή, κλπ.)
- 02 σε γιεν, εκπεφρασμένος σε γιεν
円を成す えんをなす
άλλο, ρήμα
- 01 σχηματίζω κύκλο
円刃刀 えんじんとう
ουσιαστικό
- 01 νυστέρι με στρογγυλεμένη λεπίδα
円蓋状 えんがいじょう
ουσιαστικό
- 01 σαν θόλος, θολωτός
円石 えんせき
ουσιαστικό
- 01 στρογγυλή πέτρα, βότσαλο, ογκόλιθος, λιθόστρωτο, καλντερίμι
- 02 κοκκόλιθος
円口類 えんこうるい
ουσιαστικό
- 01 κυκλόστομα (εγχελυόμορφα άγναθα ψάρια με κυκλικό στόμα που χρησιμοποιείται για την προσρόφηση)
円盆 まるぼん
ουσιαστικό
- 01 στρογγυλός δίσκος
円価 えんか
ουσιαστικό
- 01 αξία του γεν
円理 えんり
ουσιαστικό
- 01 ενρί (μαθηματική μέθοδος παρόμοια με τον απειροστικό λογισμό που αναπτύχθηκε κατά την περίοδο Έντο)
円貨 えんか
ουσιαστικό
- 01 νόμισμα γιεν
円錐曲線 えんすいきょくせん
ουσιαστικό
- 01 κωνική καμπύλη, κωνική τομή