73 αποτελέσματα για «処»

処理可能形式 しょりかのうけいしき

ουσιαστικό

  1. 01 επεξεργάσιμη μορφή
処理系限界 しょりけいげんかい

ουσιαστικό

  1. 01 όριο συστήματος επεξεργασίας
処理指令 しょりしれい

ουσιαστικό

  1. 01 οδηγία επεξεργασίας
処理指令実体 しょりしれいじったい

ουσιαστικό

  1. 01 οντότητα εντολής επεξεργασίας
処理利得 しょりりとく

ουσιαστικό

  1. 01 κέρδος επεξεργασίας
処断刑 しょだんけい

ουσιαστικό

  1. 01 διακριτική ποινή, προαιρετική ποινή
処女雪 しょじょゆき

ουσιαστικό

  1. 01 παρθένο χιόνι, απάτητο χιόνι
処女飛行 しょじょひこう

ουσιαστικό

  1. 01 παρθενική πτήση
処方箋医薬品 しょほうせんいやくひん

ουσιαστικό

  1. 01 συνταγογραφούμενο φάρμακο, συνταγογραφούμενο σκεύασμα
処世哲学 しょせいてつがく

ουσιαστικό

  1. 01 φιλοσοφία της ζωής, στάση ζωής για την επιβίωση μέσα στην κοινωνία
処分品 しょぶんひん

ουσιαστικό

  1. 01 είδος προς εκποίηση, προϊόν σε τιμή ευκαιρίας
処置室 しょちしつ

ουσιαστικό

  1. 01 θάλαμος ιατρικών πράξεων (π.χ. σε νοσοκομείο)
  1. 01 διαθέτω
  2. 02 διαχειρίζομαι
  3. 03 αντιμετωπίζω, χειρίζομαι
  4. 04 καταδικάζω
  5. 05 καταδικάζω
  6. 06 ενεργώ
  7. 07 συμπεριφέρομαι
  8. 08 τοποθετώ