159 αποτελέσματα για «利»

利用料金 りようりょうきん

ουσιαστικό

  1. 01 χρέωση χρήσης, τέλος χρήσης
利き酒 ききざけ

ουσιαστικό

  1. 01 δοκιμή σάκε, γευσιγνωσία κρασιού
利水 りすい

ουσιαστικό

  1. 01 άρδευση
利益相反 りえきそうはん

ουσιαστικό

  1. 01 σύγκρουση συμφερόντων
利下げ りさげ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μείωση των επιτοκίων
利害得失 りがいとくしつ

ουσιαστικό

  1. 01 πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα, υπέρ και κατά
利尿薬 りにょうやく

ουσιαστικό

  1. 01 διουρητικό
利子率 りしりつ

ουσιαστικό

  1. 01 επιτόκιο
利潤追求 りじゅんついきゅう

ουσιαστικό

  1. 01 επιδίωξη κέρδους, κερδοσκοπία
利払い りばらい

ουσιαστικό

  1. 01 πληρωμή τόκων
利他主義 りたしゅぎ

ουσιαστικό

  1. 01 αλτρουισμός, φιλαλληλία
利尻昆布 りしりこんぶ

ουσιαστικό

  1. 01 λισίρι κόμπου (είδος μακροφυκιού)
利生 りしょう

ουσιαστικό

  1. 01 ευλογίες που χαρίζει ο Βούδας σε όλα τα ζωντανά όντα
利鈍 りどん

ουσιαστικό

  1. 01 κοφτερός ή στομωμένος, έξυπνος ή ανόητος
利刃 りじん

ουσιαστικό

  1. 01 κοφτερό σπαθί
利け者 きけもの

ουσιαστικό

  1. 01 πρόσωπο με επιρροή
利用者登録 りようしゃとうろく

ουσιαστικό

  1. 01 εγγραφή χρήστη
利権団体 りけんだんたい

ουσιαστικό

  1. 01 ομάδα ειδικών συμφερόντων
利刀 りとう

ουσιαστικό

  1. 01 κοφτερό σπαθί
利益還元 りえきかんげん

ουσιαστικό

  1. 01 επιστροφή κερδών στους πελάτες, μείωση τιμών για την αντιστάθμιση κερδών (π.χ. από μεταβολές στις συναλλαγματικές ισοτιμίες), διανομή κερδών (στο προσωπικό, στους μετόχους)