67 αποτελέσματα για «刺»

刺糸 さしいと

ουσιαστικό

  1. 01 νημάτιο κεντρίσματος, κεντρίσιμο νήμα
刺し網漁 さしあみりょう

ουσιαστικό

  1. 01 αλιεία με δίχτυα παρασυρόμενα, ψάρεμα με δίχτυα που παγιδεύουν τα βράγχια
刺座 しざ

ουσιαστικό

  1. 01 αρεόλη
刺史 しし

ουσιαστικό

  1. 01 διοικητής (αρχαίας κινεζικής επαρχίας)
刺激反応 しげきはんのう

ουσιαστικό

  1. 01 αντίδραση σε ερέθισμα
刺蕃茘枝 トゲバンレイシ

ουσιαστικό

  1. 01 γκουαναμπάνα (Annona muricata)
  1. 01 αγκάθι
  2. 02 τρυπώ
  3. 03 μαχαιρώνω
  4. 04 τσιμπώ
  5. 05 τσιμπώ
  6. 06 κάρτα επίσκεψης