68 αποτελέσματα για «助»
助兵衛根性 すけべえこんじょう
ουσιαστικό
- 01 λαγνεία, ανηθικότητα
- 02 απληστία
助字 じょじ
ουσιαστικό
- 01 βοηθητικός χαρακτήρας (στην κλασική κινεζική γραφή kanbun)
助変数 じょへんすう
ουσιαστικό
- 01 παράμετρος
助触媒 じょしょくばい
ουσιαστικό
- 01 προαγωγέας (καταλυτικός)
助剤 じょざい
ουσιαστικό
- 01 βοηθητικό μέσο (βαφής), προσθετικό
助格 じょかく
ουσιαστικό
- 01 οργανική πτώση
助燃剤 じょねんざい
ουσιαστικό
- 01 βελτιωτικό καύσης, καύσιμο πυροτεχνημάτων
助
- 01 βοηθάω
- 02 σώζω, διασώζω
- 03 βοηθάω, συμπαραστέκομαι