68 αποτελέσματα για «包»

包接水和物 ほうせつすいわぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 κλαθρικό ένυδρο
包菜 つつみな

ουσιαστικό

  1. 01 κορεατικό μαρούλι
包容政策 ほうようせいさく

ουσιαστικό

  1. 01 πολιτική ηλιαχτίδας (πολιτική της Νότιας Κορέας για τη σύσφιξη των σχέσεων με τη Βόρεια Κορέα)
包摂主義 ほうせつしゅぎ

ουσιαστικό

  1. 01 συμπεριληπτισμός, συμπεριληπτική φιλοσοφία
包材 ほうざい

ουσιαστικό

  1. 01 υλικό συσκευασίας
包装資材 ほうそうしざい

ουσιαστικό

  1. 01 υλικό συσκευασίας
包囲戦 ほういせん

ουσιαστικό

  1. 01 πολιορκία, αποκλεισμός, κυκλωτική μάχη
  1. 01 τυλίγω
  2. 02 πακετάρω
  3. 03 καλύπτω
  4. 04 κρύβω