82 αποτελέσματα για «区»

区分番号 くぶんばんごう

ουσιαστικό

  1. 01 αριθμός τμήματος
区分編成法 くぶんへんせいほう

ουσιαστικό

  1. 01 βασική μέθοδος κατακερματισμένης πρόσβασης
区分編成データセット くぶんへんせいデータセット

ουσιαστικό

  1. 01 κατανεμημένο σύνολο δεδομένων οργάνωσης
区分編成ファイル くぶんへんせいファイル

ουσιαστικό

  1. 01 αρχείο κατατμημένης οργάνωσης
区快 くかい

ουσιαστικό

  1. 01 περιφερειακό δρομολόγιο ταχείας κυκλοφορίας (JR West), τοπική ταχεία υπηρεσία
区分所有建物 くぶんしょゆうたてもの

ουσιαστικό

  1. 01 κτίριο που αποτελείται από ανεξάρτητες ιδιοκτησίες, καταστήματα κ.λπ., οικοδομή με διαιρεμένη ιδιοκτησία, συγκρότημα οριζόντιας ιδιοκτησίας, πολυκατοικία
区分建物 くぶんたてもの

ουσιαστικό

  1. 01 κτίριο που αποτελείται από ανεξάρτητες ιδιοκτησίες, καταστήματα κ.λπ., οικοδομή με διαιρεμένη ιδιοκτησία, συγκρότημα οριζόντιας ιδιοκτησίας, πολυκατοικία
区分所有権 くぶんしょゆうけん

ουσιαστικό

  1. 01 δικαίωμα ιδιοκτησίας μονάδας (σε συγκρότημα κατοικιών ή άλλο κτίριο με πολλές ιδιοκτησίες), δικαιώματα ιδιοκτησίας μονάδας
区分求積法 くぶんきゅうせきほう

ουσιαστικό

  1. 01 αθροισμα Riemann
区道 くどう

ουσιαστικό

  1. 01 δρόμος διαμερίσματος, οδός ειδικού διαμερίσματος
区画図 くかくず

ουσιαστικό

  1. 01 κτηματολογικός χάρτης, χάρτης οικοπέδων, ρυμοτομικό σχέδιο
区間特急 くかんとっきゅう

ουσιαστικό

  1. 01 τοπική υπερταχεία
区間急行 くかんきゅうこう

ουσιαστικό

  1. 01 τοπικό εξπρές, ταχεία αμαξοστοιχία που εκτελεί δρομολόγιο σε τμήμα μόνο της διαδρομής
区名 くめい

ουσιαστικό

  1. 01 όνομα περιφέρειας, όνομα δημοτικού διαμερίσματος
区営 くえい

ουσιαστικό

  1. 01 διοικούμενος από δημοτικό διαμέρισμα, λειτουργούμενος από δημοτικό διαμέρισμα, διαχειριζόμενος από δημοτικό διαμέρισμα
区分局 くぶんきょく

ουσιαστικό

  1. 01 κέντρο διαλογής (ταχυδρομείου)
区画漁業 くかくぎょぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 χωροθετημένη αλιεία, αλιεία σε ειδικά καθορισμένες θαλάσσιες ζώνες
区別立て くべつだて

ουσιαστικό

  1. 01 διαφοροποίηση, διάκριση, διαχωρισμός
区部 くぶ

ουσιαστικό

  1. 01 περιοχή των ειδικών διαμερισμάτων (του Τόκιο)
  2. 02 23 ειδικά διαμερίσματα
区外 くがい

ουσιαστικό

  1. 01 εκτός περιοχής (δημοτικού διαμερίσματος, συνοικίας, κ.λπ.)