89 αποτελέσματα για «即»
即返信 そくへんしん
ουσιαστικό
- 01 άμεση απάντηση
即吟 そくぎん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αυτοσχεδιασμός (ποιήματος), αυτοσχέδια σύνθεση
即完 そっかん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 άμεση εξάντληση αποθέματος, εξάντληση εντός της πρώτης ημέρας (κυκλοφορίας)
即ギレ そくギレ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 άμεση έκρηξη θυμού, απότομο ξέσπασμα οργής
即値 そくち
ουσιαστικό
- 01 άμεσος
即効薬 そっこうやく
ουσιαστικό
- 01 φάρμακο άμεσης δράσης, σκεύασμα ταχείας ανακούφισης
即時抗告 そくじこうこく
ουσιαστικό
- 01 άμεση έφεση, άμεση προσφυγή
即ハメ そくハメ
ουσιαστικό
- 01 άμεσο σεξ, συνεύρεση αμέσως μετά τη γνωριμία, εύκολη σεξουαλική επαφή
即位後朝見の儀 そくいごちょうけんのぎ
άλλο, ουσιαστικό
- 01 πρώτη επίσημη ακρόαση μετά την άνοδο στον θρόνο
即席食品 そくせきしょくひん
ουσιαστικό
- 01 έτοιμο φαγητό, στιγμιαίο τρόφιμο
即時払い そくじばらい
ουσιαστικό
- 01 άμεση πληρωμή
即題 そくだい
ουσιαστικό
- 01 θέματα για αυτοσχεδιασμό
即日出荷 そくじつしゅっか
ουσιαστικό
- 01 αυθημερόν αποστολή
即日速達 そくじつそくたつ
ουσιαστικό
- 01 αυθημερόν ταχεία παράδοση
即接続 そくせつぞく
ουσιαστικό
- 01 άμεση σύνδεση, απευθείας σύνδεση
即値アドレス そくちアドレス
ουσιαστικό
- 01 άμεση διεύθυνση
即値データ そくちデータ
ουσιαστικό
- 01 άμεσα δεδομένα
即値命令 そくちめいれい
ουσιαστικό
- 01 άμεση εντολή
即時型遺伝子 そくじがたいでんし
ουσιαστικό
- 01 άμεσο πρώιμο γονίδιο
即発中性子 そくはつちゅうせいし
ουσιαστικό
- 01 άμεσο νετρόνιο