68 αποτελέσματα για «厚»
厚み方向 あつみほうこう
ουσιαστικό, επίρρημα
- 01 κάθετη κατεύθυνση, κατεύθυνση του πάχους
厚切りベーコン あつぎりベーコン
ουσιαστικό
- 01 μπεϊκόν κομμένο σε χοντρές φέτες
厚々 あつあつ
άλλο, επίρρημα
- 01 παχύς, πυκνός
厚焼き玉子 あつやきたまご
ουσιαστικό
- 01 παχιά ομελέτα, ρολό ομελέτας
厚葬 こうそう
ουσιαστικό
- 01 πολυτελής ταφή, μεγαλοπρεπής κηδεία
厚顔抄 こうがんしょう
ουσιαστικό
- 01 Κογκάνσο (σχολιασμός του 1691 για τα τραγούδια του Κοτζίκι και του Νιχόν Σόκι· από τον Κεϊτσού)
厚生連 こうせいれん
ουσιαστικό
- 01 περιφερειακός κλάδος της Εθνικής Ομοσπονδίας Πρόνοιας Αγροτικών Συνεταιρισμών
厚
- 01 χοντρός, παχύς
- 02 βαρύς
- 03 πλούσιος
- 04 ευγενικός, καλός
- 05 εγκάρδιος
- 06 αυθάδης, ξεδιάντροπος
- 07 αναίσχυντος, ξεδιάντροπος