218 αποτελέσματα για «受»

受験資格 じゅけんしかく

ουσιαστικό

  1. 01 προσόντα για τη συμμετοχή σε εξετάσεις
受託 じゅたく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανάληψη ευθύνης, αποδοχή εντολής
受章 じゅしょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απονομή παρασήμου, απονομή τιμητικής διάκρισης
受講生 じゅこうせい

ουσιαστικό

  1. 01 φοιτητές που παρακολουθούν διαλέξεις
受けが悪い うけがわるい

άλλο, επίθετο

  1. 01 μη δημοφιλής (σε), δυσμενής, κακώς υποδεχθείς
受験戦争 じゅけんせんそう

ουσιαστικό

  1. 01 πόλεμος των εισαγωγικών εξετάσεων, σφοδρός ανταγωνισμός για την εισαγωγή στα πανεπιστήμια
受け口 うけぐち

ουσιαστικό

  1. 01 στόμα με προεξέχον κάτω χείλος και σαγόνι
  2. 02 υποδοχή, παράθυρο λήψης, σχισμή
受け皿となる うけざらとなる

άλλο, ρήμα

  1. 01 χρησιμεύω ως υποδοχέας, δέχομαι, αναλαμβάνω, φιλοξενώ
受験料 じゅけんりょう

ουσιαστικό

  1. 01 έξοδα εξετάσεων, τέλη συμμετοχής σε εξετάσεις
受勲 じゅくん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παραλαβή παρασήμου, απονομή τιμητικής διάκρισης
受領書 じゅりょうしょ

ουσιαστικό

  1. 01 αποδεικτικό παραλαβής
受付中 うけつけちゅう

επίρρημα

  1. 01 δεχεται αιτησεις (ή άλλες παρομοιου τύπου υποβολές) αυτή τη στιγμή
受容器 じゅようき

ουσιαστικό

  1. 01 υποδοχέας
受け太刀 うけだち

ουσιαστικό

  1. 01 αμυντική στάση
受付時間 うけつけじかん

ουσιαστικό

  1. 01 ώρες υποδοχής, ώρες λειτουργίας
受給者 じゅきゅうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 αποδέκτης (πληρωμών), δικαιούχος, συνταξιούχος
受信料 じゅしんりょう

ουσιαστικό

  1. 01 τέλος συνδρομής (ραδιοφώνου, τηλεόρασης), ανταποδοτικό τέλος
受信者 じゅしんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 παραλήπτης
受信装置 じゅしんそうち

ουσιαστικό

  1. 01 δέκτης, συσκευή λήψης, εξοπλισμός λήψης
受納 じゅのう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποδοχή, παραλαβή