278 αποτελέσματα για «古»

古物商 こぶつしょう

ουσιαστικό

  1. 01 εμπόριο αντικών, έμπορος παλαιών αντικειμένων, έμπορος μεταχειρισμένων ειδών
古典文学 こてんぶんがく

ουσιαστικό

  1. 01 κλασική λογοτεχνία
古美術 こびじゅつ

ουσιαστικό

  1. 01 αντίκες, παλαιά έργα τέχνης
古道具 ふるどうぐ

ουσιαστικό

  1. 01 παλαιά έπιπλα, αντίκες, μεταχειρισμένα είδη
古流 こりゅう

ουσιαστικό

  1. 01 παλιός τρόπος, παλαιό ύφος, παλιά σχολή (της τέχνης)
古色蒼然 こしょくそうぜん

άλλο, επίρρημα

  1. 01 παλαιικός, που έχει αποκτήσει τη χαρακτηριστική πατίνα του χρόνου
古寺 こじ

ουσιαστικό

  1. 01 παλιός ναός
古手 ふるて

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 μεταχειρισμένο αντικείμενο, φθαρμένο είδος
  2. 02 παλαίμαχος, βετεράνος, έμπειρος υπάλληλος
  3. 03 καθιερωμένος (τρόπος, μέθοδος κ.λπ.), παλιός, τετριμμένος, παρωχημένος
古道 こどう

ουσιαστικό

  1. 01 παλιός δρόμος, αρχαία οδός
  2. 02 αρχαίες μέθοδοι, αρχαίες ηθικές διδασκαλίες, ο δρόμος της μάθησης
古歌 こか

ουσιαστικό

  1. 01 παλιό ποίημα (ειδικά γουάκα), παλιό τραγούδι
ふる

ουσιαστικό

  1. 01 μεταχειρισμένο αντικείμενο, αντικείμενο από δεύτερο χέρι
  2. 02 παλιός, μεταχειρισμένος, προηγούμενος
古池 ふるいけ

ουσιαστικό

  1. 01 παλιά λίμνη, παλιά λιμνούλα
古雑誌 ふるざっし

ουσιαστικό

  1. 01 παλιά περιοδικά
古代史 こだいし

ουσιαστικό

  1. 01 αρχαία ιστορία
古す ふるす

ρήμα

  1. 01 παλιώνω, φθείρω
古き良き時代 ふるきよきじだい

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 οι παλιές καλές εποχές, οι ευτυχισμένες μέρες
古紙 こし

ουσιαστικό

  1. 01 παλιόχαρτο, χαρτί προς ανακύκλωση
古本市 ふるほんいち

ουσιαστικό

  1. 01 παζάρι μεταχειρισμένων βιβλίων, αγορά παλαιών βιβλίων
古地図 こちず

ουσιαστικό

  1. 01 παλιός χάρτης, αρχαίος χάρτης
古女房 ふるにょうぼう

ουσιαστικό

  1. 01 παλιά καλή σύζυγος, η επί πολλά χρόνια σύζυγος κάποιου