98 αποτελέσματα για «台»

台風眼 たいふうがん

ουσιαστικό

  1. 01 μάτι του τυφώνα
台甫 たいほ

ουσιαστικό

  1. 01 το κύριο όνομα κάποιου (σε ευγενική χρήση)
台密 たいみつ

ουσιαστικό

  1. 01 εσωτεριστικός βουδισμός της ιαπωνικής αίρεσης Τεντάι
台覧相撲 たいらんずもう

ουσιαστικό

  1. 01 τάιραν ζούμο, παλαίωση που εκτελείται παρουσία της αυτοκράτειρας ή του διαδόχου του θρόνου
台湾茶 たいわんちゃ

ουσιαστικό

  1. 01 ταϊβανέζικο τσάι (δηλαδή ουλόνγκ)
台湾波布 タイワンはぶ

ουσιαστικό

  1. 01 ταϊβανέζικο χάμπου (Trimeresurus mucrosquamatus)
台湾金魚 たいわんきんぎょ

ουσιαστικό

  1. 01 μακρόποδος (Macropodus opercularis)
台湾泥鰌 たいわんどじょう

ουσιαστικό

  1. 01 κηλιδωτός κεφαλόψαρο (Channa maculata)
台流 たいりゅう

ουσιαστικό

  1. 01 εισροή ταϊβανέζικης ποπ κουλτούρας (στην Ιαπωνία)
台湾山芋 たいわんやまいも

ουσιαστικό

  1. 01 τάιγουαν γιαμαΐμο, φτερωτή γλυκοπατάτα (διοσκορέα η πτερόφυλλος), μωβ γλυκοπατάτα
台割れ だいわれ

ουσιαστικό

  1. 01 πτώση κάτω από ένα ορισμένο επίπεδο (τιμής μετοχής, κ.λπ.)
台湾駒繋 たいわんこまつなぎ

ουσιαστικό

  1. 01 αληθινό λουλάκι (Indigofera tinctoria)
たい

ουσιαστικό

  1. 01 Ταϊβάν
台湾蝤蛑 たいわんがざみ

ουσιαστικό

  1. 01 ταϊβανέζικο καβούρι της άμμου (Portunus pelagicus), ανθάκι, μπλε καβούρι της μάννα
台湾ハゲ たいわんハゲ

ουσιαστικό

  1. 01 απώλεια μαλλιών, φαλάκρα, αλωπεκία
台屋 だいや

ουσιαστικό

  1. 01 προμηθευτής φαγητού σε συνοικία με οίκους ανοχής
台の物 だいのもの

ουσιαστικό

  1. 01 φαγητό σερβιρισμένο πάνω σε βάση, δώρο τοποθετημένο πάνω σε βάση
  2. 02 φαγητό που μεταφέρεται σε μια μεγάλη βάση σε έναν οίκο ανοχής από έναν τροφοδότη της περιοχής των κόκκινων φαναριών
台湾猿 たいわんざる

ουσιαστικό

  1. 01 ταϊβανέζικος μακάκος (Macaca cyclopis), μαϊμού των βράχων της Ταϊβάν, μακάκος της Ταϊβάν
台湾元 たいわんげん

ουσιαστικό

  1. 01 νέο δολάριο Ταϊβάν
台湾犬梨 たいわんいぬなし

ουσιαστικό

  1. 01 αειθαλής αχλαδιά (Pyrus kawakamii)