295 αποτελέσματα για «合»
合格ライン ごうかくライン
ουσιαστικό
- 01 βάση επιτυχίας (σε εξετάσεις), βαθμός επιτυχίας
合唱コンクール がっしょうコンクール
ουσιαστικό
- 01 διαγωνισμός χορωδίας
合する がっする
ρήμα
- 01 ενώνομαι, αθροίζω, συνδυάζω, συνενώνω, αναμιγνύω, συμφωνώ με
合理主義者 ごうりしゅぎしゃ
ουσιαστικό
- 01 ορθολογιστής
- 02 πρακτικός άνθρωπος, πραγματιστής
合力 ごうりょく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 συνισταμένη δύναμη
- 02 βοήθεια, συνδρομή
- 03 δωρεά, ελεημοσύνη, συνεισφορά
合唱団 がっしょうだん
ουσιαστικό
- 01 χορωδία, χορωδιακό σύνολο
合格率 ごうかくりつ
ουσιαστικό
- 01 ποσοστό επιτυχόντων, ποσοστό επιτυχίας (σε εξετάσεις)
合格祈願 ごうかくきがん
ουσιαστικό
- 01 προσευχή για την επιτυχία σε εισαγωγικές εξετάσεις
合気 あいき
ουσιαστικό
- 01 αϊκί (αρχή που επιτρέπει σε έναν εκπαιδευμένο ασκούμενο να εξουδετερώνει ή να ανακατευθύνει τη δύναμη του αντιπάλου)
合議制 ごうぎせい
ουσιαστικό
- 01 κοινοβουλευτικό σύστημα
合算 がっさん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 άθροιση, υπολογισμός συνόλου
合法化 ごうほうか
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 νομιμοποίηση
合板 ごうはん
ουσιαστικό
- 01 κόντρα πλακέ, αντικολλητό
- 02 κοινή έκδοση
合成樹脂 ごうせいじゅし
ουσιαστικό
- 01 πλαστικά, συνθετικές ρητίνες
合同会議 ごうどうかいぎ
ουσιαστικό
- 01 κοινή συνεδρίαση
合計金額 ごうけいきんがく
ουσιαστικό
- 01 συνολικό ποσό (χρημάτων), συνολικό άθροισμα, τελικό άθροισμα
合成写真 ごうせいしゃしん
ουσιαστικό
- 01 σύνθετη φωτογραφία, φωτομοντάζ
合唱曲 がっしょうきょく
ουσιαστικό
- 01 χορωδιακό έργο
合成音 ごうせいおん
ουσιαστικό
- 01 συνθετικός ήχος
合唱隊 がっしょうたい
ουσιαστικό
- 01 χορωδία