77 αποτελέσματα για «向»

向け直る むけなおる

ρήμα

  1. 01 αλλάζω κατεύθυνση
向暑 こうしょ

ουσιαστικό

  1. 01 πλησίασμα της ζεστής εποχής, προσέγγιση της θερμότερης περιόδου του έτους
向地性 こうちせい

ουσιαστικό

  1. 01 η φύση των φυτών να αναπτύσσονται προς τα κάτω και να ριζώνουν, γεωτροπισμός
向米的 こうべいてき

επίθετο

  1. 01 φιλοαμερικανικός
向光性 こうこうせい

ουσιαστικό

  1. 01 ηλιοτροπισμός
向上進化 こうじょうしんか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αναγένεση
向格 こうかく

ουσιαστικό

  1. 01 κατευθυντικός
向かい腹 むかいばら

ουσιαστικό

  1. 01 παιδί που γεννήθηκε από τη νόμιμη σύζυγο (σε αντίθεση με την παλλακίδα κ.ά.)
向軸 こうじく

ουσιαστικό

  1. 01 αξονικός, κοιλιακός
向岸流 こうがんりゅう

ουσιαστικό

  1. 01 θαλάσσιο ρεύμα που κατευθύνεται από την ανοιχτή θάλασσα προς την ακτή
向唐門 むかいからもん

ουσιαστικό

  1. 01 πύλη καραμόν με μαρκίζες καραχάφου στην μπροστινή και την πίσω πλευρά
向こう三軒両隣 むこうさんげんりょうどなり

ουσιαστικό

  1. 01 οι άμεσοι γείτονές μου, τα σπίτια στη γειτονιά μου, τα τρία σπίτια απέναντι από τον δρόμο και τα δύο σπίτια εκατέρωθεν του σπιτιού κάποιου
向顔 こうがん

ουσιαστικό

  1. 01 κατά πρόσωπο συνάντηση, δια ζώσης θέαση
向学 こうがく

ουσιαστικό

  1. 01 δίψα για μάθηση, αγάπη για τη μάθηση
向点 こうてん

ουσιαστικό

  1. 01 κορυφή
向ヶ丘遊園モノレール線 むこうがおかゆうえんモノレールせん

ουσιαστικό

  1. 01 Γραμμή Μονοτρόχιου Μουκογκαοκά-γιουέν
  1. 01 προς τα εκεί, εκεί πέρα
  2. 02 με κατεύθυνση προς
  3. 03 πέρα, πέρα από
  4. 04 αντιμετωπίζω
  5. 05 αψηφώ
  6. 06 κλίνω προς, τείνω προς
  7. 07 πλησιάζω, προσεγγίζω