72 αποτελέσματα για «問»

問合せ端末 といあわせたんまつ

ουσιαστικό

  1. 01 σταθμός ερωτημάτων
問題記述 もんだいきじゅつ

ουσιαστικό

  1. 01 προσδιορισμός προβλήματος, περιγραφή προβλήματος
問題向き言語 もんだいむきげんご

ουσιαστικό

  1. 01 προσανατολισμένη στα προβλήματα γλώσσα
問うは一旦の恥、問わぬは末代の恥 とうはいったんのはじ、とわぬはまつだいのはじ

άλλο

  1. 01 καλύτερα να ρωτήσεις και να ντραπείς στιγμιαία, παρά να μη ρωτήσεις και να μείνεις αμαθής για πάντα
問注所 もんちゅうじょ

ουσιαστικό

  1. 01 μοντσούτζο (ανώτατο δικαστήριο της περιόδου Καμακούρα), συμβούλιο ερευνών
問うは一度の恥、問わぬは末代の恥 とうはいちどのはじ、とわぬはまつだいのはじ

άλλο

  1. 01 καλύτερα να ρωτήσεις και να ντραπείς για μια στιγμή, παρά να μην ρωτήσεις και να παραμείνεις αμαθής για πάντα
問い切り といきり

ουσιαστικό

  1. 01 το τελευταίο ετήσιο μνημόσυνο για το οποίο τελείται επιμνημόσυνη δέηση (συνήθως το τριακοστό δεύτερο ή το τερακοστό ένατο)
問い合わせ番号 といあわせばんごう

ουσιαστικό

  1. 01 αριθμός αναφοράς, αριθμός παραγγελίας, αριθμός παρακολούθησης
問題文 もんだいぶん

ουσιαστικό

  1. 01 το κείμενο μιας ερώτησης (εξετάσεων)
問い合わせ窓口 といあわせまどぐち

ουσιαστικό

  1. 01 γραφείο πληροφοριών, γκισέ εξυπηρέτησης
問安 もんあん

ουσιαστικό

  1. 01 ερώτηση για την ευημερία κάποιου
  1. 01 ερώτηση
  2. 02 ρωτάω
  3. 03 πρόβλημα