74 αποτελέσματα για «垂»

垂直分布 すいちょくぶんぷ

ουσιαστικό

  1. 01 κάθετη κατανομή
垂乳女 たらちめ

ουσιαστικό

  1. 01 μητέρα
垂れ布 たれぬの

ουσιαστικό

  1. 01 κρεμαστό παραπέτασμα που χρησιμοποιούνταν στη θέση τοίχου (περίοδος Χεϊάν)
垂らし たらし

ουσιαστικό

  1. 01 στάξιμο, σταγόνα
垂井式アクセント たるいしきアクセント

ουσιαστικό

  1. 01 accent Tarui, που χρησιμοποιείται στην περιοχή Κίνκι και σε τμήματα της Χοκουρίκου
垂直的統合 すいちょくてきとうごう

ουσιαστικό

  1. 01 κάθετη ολοκλήρωση
垂直避難 すいちょくひなん

ουσιαστικό

  1. 01 κατακόρυφη εκκένωση (π.χ. μετακίνηση σε υψηλότερο όροφο ενός κτιρίου κατά τη διάρκεια τσουνάμι)
垂直農法 すいちょくのうほう

ουσιαστικό

  1. 01 κάθετη καλλιέργεια
垂直感染 すいちょくかんせん

ουσιαστικό

  1. 01 κάθετη μετάδοση, κάθετη μόλυνση
垂れ板 たれいた

ουσιαστικό

  1. 01 πτυσσόμενο φύλλο τραπεζιού
垂れ乳 たれちち

ουσιαστικό

  1. 01 πεσμένο στήθος, χαλαρό στήθος
垂直応力 すいちょくおうりょく

ουσιαστικό

  1. 01 κάθετη τάση
垂直同期 すいちょくどうき

ουσιαστικό

  1. 01 κατακόρυφος συγχρονισμός, v-sync
  2. 02 κατακόρυφος συγχρονισμός
  1. 01 κρεμιέμαι, γέρνω
  2. 02 κρεμάω
  3. 03 κρεμάω, κρεμιέμαι
  4. 04 καμπουριάζω