64 αποτελέσματα για «場»
場合分け ばあいわけ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ομαδοποίηση, διαχωρισμός σε περιπτώσεις
場所を踏む ばしょをふむ
άλλο, ρήμα
- 01 αποκτώ εμπειρία, εξοικειώνομαι (με κάτι)
場況 ばきょう
ουσιαστικό
- 01 εκτίμηση της πιθανότητας να παραμείνει ένα συγκεκριμένο πλακίδιο στο τείχος με βάση τα πλακίδια που έχουν απορριφθεί
場
- 01 τοποθεσία
- 02 μέρος