75 αποτελέσματα για «声»
声かけ運動 こえかけうんどう
ουσιαστικό
- 01 εκστρατεία φιλικών χαιρετισμών, κίνημα για την ανταλλαγή χαιρετισμών μεταξύ των ανθρώπων
声符 しょうふ
ουσιαστικό
- 01 σημάδι τόνου, σημάδι που τοποθετείται σε μία από τις τέσσερις γωνίες ενός κινεζικού χαρακτήρα για να υποδείξει τον τόνο
声符 せいふ
ουσιαστικό
- 01 φωνητική εντολή (στην εκπαίδευση σκύλων)
- 02 φωνητικό τμήμα ενός σημασιο-φωνητικού κάντζι
声明 しょうみょう
ουσιαστικό
- 01 σαμπταντβίγια (αρχαίες ινδικές γλωσσολογικές και γραμματικές σπουδές)
- 02 ψαλμωδία βουδιστικών ύμνων (συνήθως στα σανσκριτικά ή τα κινέζικα)
声点 しょうてん
ουσιαστικό
- 01 τονικό σημάδι, σημάδι που τοποθετείται σε μία από τις τέσσερις γωνίες ενός κινεζικού ιδεογράμματος για να υποδείξει τον τόνο
声母 せいぼ
ουσιαστικό
- 01 αρχικό σύμφωνο (τμήμα της κινεζικής συλλαβής)
声道 せいどう
ουσιαστικό
- 01 φωνητική οδός
声の仏法僧 こえのぶっぽうそう
ουσιαστικό
- 01 ευρωπαϊκός γκιώνης (Otus scops)
声聞僧 しょうもんそう
ουσιαστικό
- 01 μοναχός της σχολής Χιναγιάνα
声音文字 せいおんもじ
ουσιαστικό
- 01 φωνητικό σύμβολο, φωνόγραμμα
声調言語 せいちょうげんご
ουσιαστικό
- 01 τονική γλώσσα
声門靭帯 せいもんじんたい
ουσιαστικό
- 01 φωνητικός σύνδεσμος
声区 せいく
ουσιαστικό
- 01 φωνητική περιοχή
声帯炎 せいたいえん
ουσιαστικό
- 01 λαρυγγίτιδα (φλεγμονή των φωνητικών χορδών)
声
- 01 φωνή