70 αποτελέσματα για «如»
如くは無し しくはなし
άλλο
- 01 απαράμιλλος, χωρίς όμοιο
如来禅 にょらいぜん
ουσιαστικό
- 01 ζεν βουδισμός που βασίζεται στις αρχικές διδασκαλίες του Βούδα
如何によって いかんによって
άλλο
- 01 ανάλογα με, αναλόγως
如露亦如電 にょろやくにょでん
ουσιαστικό
- 01 η ύπαρξη (όπως την αντιλαμβανόμαστε) είναι τόσο μεταβλητή και άυλη όσο η πρωινή δροσιά ή η αστραπή
如何斯う どうこう
επίρρημα
- 01 αυτό ή εκείνο, το ένα ή το άλλο, οτιδήποτε
如す なす
επίθημα
- 01 όμοιος, παρόμοιος, που μοιάζει με
如何ともしがたい いかんともしがたい
άλλο, επίθετο
- 01 δεν γίνεται τίποτα, δεν υπάρχει γιατρειά, δεν μπορεί να βοηθήσει κανείς
如何によらず いかんによらず
άλλο
- 01 ανεξάρτητα από, δίχως να λαμβάνεται υπόψη
如何を問わず いかんをとわず
άλλο
- 01 ανεξάρτητα από, δίχως να λαμβάνεται υπόψη
如
- 01 ομοιότητα
- 02 παρόμοιος
- 03 όπως
- 04 σαν να
- 05 καλύτερος
- 06 άριστος
- 07 ίσος