203 αποτελέσματα για «子»

子供番組 こどもばんぐみ

ουσιαστικό

  1. 01 παιδική τηλεοπτική εκπομπή, παιδικό πρόγραμμα
子供に甘い こどもにあまい

άλλο, επίθετο

  1. 01 ενδοτικός απέναντι στα παιδιά του, επιεικής με τα παιδιά του, υπερβολικά συγκαταβατικός με τα παιδιά του
子ども会 こどもかい

ουσιαστικό

  1. 01 τοπική οργάνωση παιδιών (για την ανάπτυξη μέσω αθλημάτων, μελέτης, προσφοράς υπηρεσιών, κ.α.)
子安 こやす

ουσιαστικό

  1. 01 ασφαλής και εύκολος τοκετός
  2. 02 προστάτης μποντισάτβα, βούδας ή θεότητα των παιδιών ή του τοκετού (ειδικότερα ο Κσιτιγκάρμπα ή ο Αβαλοκιτεσβάρα)
子宮頸部 しきゅうけいぶ

ουσιαστικό

  1. 01 τράχηλος της μήτρας
子房 しぼう

ουσιαστικό

  1. 01 ωοθήκη
子安貝 こやすがい

ουσιαστικό

  1. 01 κογιασουγκάι, είδος οστράκου (συγκεκριμένα το καφέ χρυσαλλίδα, Mauritia mauritiana), πορσελάνη
子宮筋腫 しきゅうきんしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 ινομύωμα, λειομύωμα μήτρας
子袋 こぶくろ

ουσιαστικό

  1. 01 μήτρα
  2. 02 μήτρα χοιρινού ή μοσχαριού που καταναλώνεται ψητή ή ωμή
子泣き爺 こなきじじい

ουσιαστικό

  1. 01 κονακί τζιτζί (φάντασμα της ιαπωνικής λαογραφίας με τη μορφή ενός μικρόσωμου ηλικιωμένου που βγάζει κλάμα μωρού)
子方 こかた

ουσιαστικό

  1. 01 παιδικός ρόλος στο θέατρο νο, παιδί ηθοποιός (στο νο)
  2. 02 υπαρχηγός, ακόλουθος
子宮内膜 しきゅうないまく

ουσιαστικό

  1. 01 ενδομήτριο
子宮内膜症 しきゅうないまくしょう

ουσιαστικό

  1. 01 ενδομητρίωση
子午線 しごせん

ουσιαστικό

  1. 01 μεσημβρινός
  2. 02 μεσημβρινός
子供椅子 こどもいす

ουσιαστικό

  1. 01 παιδική καρέκλα
  2. 02 καρεκλάκι φαγητού
子ぎつね こぎつね

ουσιαστικό

  1. 01 αλεπουδάκι, μικρή αλεπού, νεαρή αλεπού
子宮外妊娠 しきゅうがいにんしん

ουσιαστικό

  1. 01 εξωμήτριος κύηση
子孫代々 しそんだいだい

ουσιαστικό

  1. 01 γενιά τη γενιά, για τις επόμενες γενιές
子株 こかぶ

ουσιαστικό

  1. 01 νέος βολβός, παραφυάδα
  2. 02 νέα μετοχή
子葉 しよう

ουσιαστικό

  1. 01 κοτυληδόνα, σπερματικό φύλλο