257 αποτελέσματα για «学»

学究 がっきゅう

ουσιαστικό

  1. 01 λόγιος, μελετητής
  2. 02 σπουδαστής, μαθητής
学び取る まなびとる

ρήμα

  1. 01 συλλέγω πληροφορίες, αποκτώ γνώση
学位 がくい

ουσιαστικό

  1. 01 ακαδημαϊκός τίτλος
学習机 がくしゅうづくえ

ουσιαστικό

  1. 01 μαθητικό γραφείο
学的 がくてき

επίθετο

  1. 01 ακαδημαϊκός, λόγιος, επιστημονικός
学術書 がくじゅつしょ

ουσιαστικό

  1. 01 ακαδημαϊκό βιβλίο, επιστημονικό σύγγραμμα, λόγιο βιβλίο, ογκώδης τόμος
学生同士 がくせいどうし

ουσιαστικό

  1. 01 συμμαθητές, συμφοιτητές
学年末 がくねんまつ

ουσιαστικό

  1. 01 τέλος σχολικού έτους
学資 がくし

ουσιαστικό

  1. 01 έξοδα φοίτησης, εκπαιδευτικό κεφάλαιο
学名 がくめい

ουσιαστικό

  1. 01 επιστημονική ονομασία (ενός είδους), διώνυμη ονομασία, λατινική ονομασία
  2. 02 ακαδημαϊκή φήμη
学芸員 がくげいいん

ουσιαστικό

  1. 01 επιμελητής (π.χ. μουσείου)
学童 がくどう

ουσιαστικό

  1. 01 μαθητής, μαθήτρια
  2. 02 φύλαξη μαθητών μετά το σχολείο
学級会 がっきゅうかい

ουσιαστικό

  1. 01 συνέλευση τάξης, σχολική συνέλευση
学生食堂 がくせいしょくどう

ουσιαστικό

  1. 01 φοιτητική λέσχη, κυλικείο σχολής
学校名 がっこうめい

ουσιαστικό

  1. 01 όνομα σχολείου
学生運動 がくせいうんどう

ουσιαστικό

  1. 01 φοιτητικό κίνημα
学籍 がくせき

ουσιαστικό

  1. 01 μητρώο μαθητών
学部長 がくぶちょう

ουσιαστικό

  1. 01 κοσμήτορας (πανεπιστημιακής σχολής)
学問所 がくもんじょ

ουσιαστικό

  1. 01 χώρος μελέτης, σχολή
学生会 がくせいかい

ουσιαστικό

  1. 01 μαθητικό συμβούλιο (οι αρμοδιότητες ποικίλλουν ευρέως, αλλά πρόκειται για ένα σώμα μαθητών που συμμετέχει στην επίβλεψη της συμπεριφοράς των μαθητών ή των σχολικών δραστηριοτήτων)